Στήν   πρόσφατη διαπραγμάτευση πού ἔκανε ὁ  πρωθυπουργός Ἀλέξης Τσίπρας  μέ τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἀνεφύη  αὐθορμήτως τό ἐρώτημα: Ποιός νομιμοποιεῖται νά λαμβάνει τίς κρίσιμες ἀποφάσεις, οἱ πολιτικοί ἤ οἱ τεχνοκράτες; Στό ζήτημα αὐτό  ἐγείρεται ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα γιά τήν πηγή ἀσκήσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας: ἡ πολιτική καί ἡ ἄσκησή της εἶναι ὑπόθεση δόξας (=γνώμης, ἀπό τό ρῆμα δοκῶ πού σημαίνει νομίζω, μοῦ φαίνεται, ἔχω τήν ἐντύπωση) πού, τοὐλάχιστον δυνητικά, κατέχει τό σύνολο τῶν πολιτῶν ἤ ἐπιστήμης πού ἀφεύκτως κατέχουν ὀλίγοι, οἱ εἰδικοί;  Ἡ γνώμη τοῦ Πρωταγόρα, τοῦ θεωρητικοῦ τῆς Περικλείου δημοκρατίας εἶναι ὅτι ἡ πολιτική καί ἡ ἄσκησή της εἶναι ὑπόθεση δόξας, ἐνῶ τοῦ Πλάτωνος, τοῦ ὀρκισμένου ἐχθροῦ τῆς δημοκρατίας, κατά τόν Κ. Καστοριάδη, εἶναι ὅτι εἶναι ὑπόθεση ἐπιστήμης πού κατέχουν μόνον οἱ φιλόσοφοι.

 Ὁ Πρωταγόρας στόν πλατωνικό Θεαίτητο ἀποφαίνεται: “Οὐκοῦν καί περί πολιτικῶν, καλά μέν καί αἰσχρά καί δίκαια καί ἄδικα καί ὅσια καί μή, οἷα ἄν ἑκάστη πόλις οἰηθεῖσα θῆται νόμιμα αὑτῇ, ταῦτα καί εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ἑκάστῃ, καί ἐν τούτοις μέν οὐδέν σοφώτερον οὔτε ἰδιώτην ἰδιώτου οὔτε πόλιν πόλεως εἶναι· ἐν δέ τῷ συμφέροντα ἑαυτῇ ἤ μή συμφέροντα τίθεσθαι, ἐνταῦθ᾿, εἴπερ που, αὖ ὁμολογήσει σύμβουλόν τε συμβούλου διαφέρειν καί πόλεως δόξαν ἑτέραν ἑτέρας πρός ἀλήθειαν, καί οὐκ ἄν πάνυ τολμήσειε φῆσαι, ἅ ἄν θῆται πόλις συμφέροντα οἰηθεῖσα αὑτῇ, παντός μᾶλλον ταῦτα καί συνοίσειν· ἀλλ᾿ ἐκεῖ οὗ λέγω, ἐν τοῖς δικαίοις καί ἀδίκοις καί ὁσίοις καί ἀνοσίοις, ἐθέλουσιν ἰσχυρίζεσθαι ὡς οὐκ ἔστι φύσει αὐτῶν οὐδέν οὐσίαν ἑαυτοῦ ἔχον, ἀλλά τό κοινῇ δόξαν τοῦτο γίγνεται ἀληθές τότε, ὅταν δόξῃ καί ὅσον ἄν δοκῇ χρόνον· καί ὅσοι γε ἄν μή παντάπασι τόν Πρωταγόρου λόγον λέγωσιν, ὧδέ πως τήν σοφίαν ἄγουσιν. λόγος δέ ἡμᾶς, ὦ Θεόδωρε, ἐκ λόγου μείζων ἐξ ἐλάττονος καταλαμβάνει”. (Πλάτωνος, Θεαίτητος, 172 a-e). Μετάφραση (Ἰ. Θεοδωρακόπουλου): «Καί στήν πολιτική λοιπόν, καλά καί ἄσχημα καί δίκαια καί ἄδικα καί ὅσια καί ἀνόσια, εἶναι στ᾿ ἀλήθεια γιά κάθε πόλη, ὅποια θεωρώντας τά σωστά τά βάλει νόμο στόν ἑαυτό της, καί σ᾿ αὐτά τά πράγματα δέν ὑπάρχει καθόλου διάκριση σοφίας ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο, οὔτε ἀπό πόλη σέ πόλη. Στό νά ὁρίση ὅμως τί τήν συμφέρει καί τί δέν τήν συμφέρει, ἐδῶ, περισσότερο ἀπό ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, θά ὁμολογήσει κανείς ὅτι διαφέρει ὁ ἕνας σύμβουλος ἀπό τόν ἄλλον καί ἡ γνώμη τῆς μιᾶς πόλεως ἀπό τή γνώμη τῆς ἄλλης ὡς πρός τήν ἀλήθεια, καί δύσκολα θά τολμοῦσε νά εἰπῆ ὅτι, ὅσα νομοθετήση μιά πόλη νομίζοντας πώς τήν συμφέρουν, αὐτά ὁπωσδήποτε καί θά τήν ὠφελήσουν. Ἀλλά σ᾿ αὐτά πού εἶπα πρίν, στά δίκαια καί στά ἄδικα, στά ὅσια καί στά ἀνόσια, χωρίς δισταγμό ἰσχυρίζονται ὅτι κανένα ἀπ᾿ αὐτά δέν ἔχει ἐκ φύσεως δική του οὐσία, ἀλλά ὅ,τι νομίση ἡ κοινή γνώμη, τοῦτο γίνεται ἀλήθεια τότε πού θά τό νομίση καί γιά ὅσον καιρό τό νομίζει. Καί ὅσοι δέν δέχονται ἐντελῶς τό λόγο τοῦ Πρωταγόρα, κάποια τέτοια γνώμη ἔχουν γιά τή σοφία. Ὅμως ἀπό μικρότερη σέ μεγαλύτερη συζήτηση πηγαίνομε, Θεόδωρε». (Πλάτωνος, Θεαίτητος, εἰσαγωγή, ἀρχαῖο καί νέο Ἑλληνικό κείμενο Ἰ.Ν.Θεοδωρακοπούλου, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1980, σελ. 145 καί 147)

      Ἐξ ἀντιθέτου ὁ Πλάτων πιστεύει πώς μόνο ὁ φιλόσοφος πού βλέπει τό ἕν, τήν ἑνότητα μέσα στήν πολλότητα τῶν αἰσθητῶν πού εἶναι ρέοντα, ἀσταθῆ καί διεσπασμένα κατέχει τήν ἀλάθητη γνώση νά ποιμάνει ἀσφαλῶς τήν πολιτική κοινωνία. Ὁ φιλόσοφος ἔχει θεαθεῖ τήν ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ, τήν ἐπέκεινα νοήσεως καί οὐσίας, γι̉ αὐτό καί μόνο αὐτός κατέχει τήν ἀπλανῆ γνώση καί ἐπιστήμη. Ὅθεν μόνο αὐτός νομιμοποιεῖται νά εἶναι ὁ ἀπλανής ποιμήν τοῦ λαοῦ. Καί μόνο ὅταν αὐτός ἀναλάβει τήν ἐξουσία θά ἐπέλθει τό τέλος τῶν κακῶν, ὅπως λέγει ὁ Πλάτων στό κλασσικό χωρίο τῆς Πολιτείας, τό ὁποῖο καί ἐπαναλαμβάνει στήν  Ζ  Ἐπιστολή: «Ἐάν μή, ἦν δ̉ ἐγώ, ἤ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσι ἐν ταῖς πόλεσι ἤ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμεναι καί δυνάσται φιλοσοφήσωσι τελείως καί ἱκανῶς, καί τοῦτο εἰς ταὐτόν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτική καί φιλοσοφία, τῶν δέ νῦν πορευομένων χωρίς ἐφ̉ ἑκάτερον αἱ πολλαί φύσεις ἐξ ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσι, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα (=τέλος), ὦ φίλε Γλαύκων, ταῖς πόλεσι, δοκῶ δ̉ οὐδέ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει...». (Πολιτεία 473c11). Μετάφραση (Κωνσταντίνου Γεωργούλη): «Ἐάν, εἶπα ἐγώ, ἤ οἱ φιλόσοφοι δέν γίνουν μέσα στίς πόλεις βασιλεῖς, ἤ οἱ λεγόμενοι σήμερα βασιλεῖς καί δυνάστες δέν ἀποκτήσουν εἰλικρινῆ καί ἐπαρκῆ φιλοσοφική μόρφωση, ἄν ἀκόμη δέν συναντηθοῦν στό αὐτό πρόσωπο τοῦτα τά δύο, δηλαδή ἡ πολιτική δύναμη καί ἡ φιλοσοφία, ἐνῶ ἀντίθετα ἀναγκαστική βία θά ἀποκλείση τόν ὄχλο τῶν ἀνθρώπων, πού στήν ἐποχή μας κατευθύνονται χωριστά πρός τόν καθένα ἀπό τούς δύο αὐτούς σκοπούς, δέν ἠμπορεῖ νά ὑπάρξη, φίλε μου Γλαύκων, γιά τήν πόλη σταμάτημα τῆς δυστυχίας καί κατά τή γνώμη μου οὐδέ γιά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος». (Πλάτωνος Πολιτεία, εἰσαγωγή-ἑρμηνεία-σημειώσεις Κ.Δ. Γεωργούλη, τρίτη ἔκδοσις, ἐκδ. Ἰ. Σιδέρης, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 169). Καί στήν ἙΒδόμη Ἐπιστολή (326a7-b4): «κακῶν οὐ λήξειν τά ἀνθρώπινα γένη, πρίν ἄν ἤ τό τῶν φιλοσοφούντων ὀρθῶς γε καί ἀληθῶς εἰς ἀρχάς ἔλθῃ τάς πολιτικάς ἤ τό τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν ἔκ τινος μοίρας θείας ὄντως φιλοσοφήσῃ». Μετάφραση (Βασιλείου Μανδηλαρᾶ): «Βέβαια, τό ἀνθρώπινο γένος δέν θ̉ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βάσανά του, προτοῦ ἔλθουν στήν πολιτική ἐξουσία οἱ σωστοί καί ἀληθινοί φιλόσοφοι ἤ προτοῦ γίνουν ἀληθινοί φιλόσοφοι μέ τή βοήθεια κάποιας θεϊκῆς μοίρας, οἱ κυβερνῆτες τῶν κρατῶν» (Πλάτων Ἐπιστολαί, εἰσαγωγή-μετάφραση-σχόλια μεταφραστική ὁμάδα Κάκτου καί Βασίλειος Μανδηλαρᾶς, Κάκτος, Ἀθήνα 1993, σελ. 153).

    Πηγή τοῦ κακοῦ κατά τόν Πλάτωνα εἶναι ὁ διαχωρισμός φιλοσοφίας καί πολιτικῆς ἐξουσίας καί θεραπεία τοῦ κακοῦ εἶναι ὁ φιλόσοφος-βασιλεύς πού συνενώνει αὐτά τά δύο ‒ τήν φιλοσοφία, τήν γνώση καί τήν ἀρετή ἀπό τή μιά καί τήν πολιτική ἐξουσία καί δύναμη ἀπό τήν ἄλλη. Ὅπως ἔχει γραφεῖ:«Θεωρεῖται ἔτσι σωστά ὅτι ὁ φιλόσοφος-βασιλεύς ἀπαιτεῖται γιά δυό λόγους: πρῶτον, ὡς “ἡ μοναδική ἐπαρκής ἐνσάρκωση τῆς σωκρατικῆς ἀρετῆς”, δηλαδή  ὡς ἕνας ἥρωας τῆς ἠθικῆς, ἕνας ἅγιος,  πού εἶναι ὁ μόνος κατάλληλος ὡς ὑπέρτατος ἄρχοντας, καί δεύτερον, ὡς ὁ μόνος γνήσιος ἐπιστήμονας φιλόσοφος πρώτου μεγέθους, πού ἐξουσιάζει λόγῳ τῆς προσωπικῆς του γνώσης τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐπιστημονικῆς του καλλιέργειας»  (Γεωργίου Ν. Μανιάτη, Φιλοσοφία καί Πολιτεία στόν Πλάτωνα, ὁ φιλόσοφος-βασιλεύς καί ἡ ἀρίστη πολιτεία, ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2005, σελ. 54).

    Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης στό 11ο κεφάλαιο τοῦ III βιβλίου τῶν Πολιτικῶν ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ πολλοί, ἑνούμενοι σ᾿ ἕνα σύνθετο, βουλευόμενο σῶμα καί συσκεπτόμενοι, μποροῦν ὅλοι μαζί νά λάβουν ὀρθότερες ἀποφάσεις πάνω σέ ἕνα θέμα πού ἀφορᾶ τήν πολιτική κοινωνία ἀπό ἕνα, ὅσο  καί  ὑπερέχει   αὐτός στό ἐν λόγῳ θέμα ἀπό καθένα χωριστά. Παραθέτω ὁλόκληρο τό ἀπόσπασμα ἀπό τά Πολιτικά (1281b5-10) σέ μετάφραση (Πηνελόπης Τζιώκα-Εὐαγγέλου): «Ἡ ἄποψη ὅτι τό πλῆθος πρέπει νά ἔχει κυρίαρχη ἐξουσία παρά οἱ ἄριστοι καί λίγοι, θά φαινόταν ἀποδεκτή μέ ἀρκετή δόση ἀλήθειας ἴσως ἀλλά καί μέ κάποιες ἐνστάσεις. Γιατί οἱ πολλοί, ἄν καί ξεχωριστά ὁ καθένας τους δέν εἶναι σπουδαῖος ἄντρας, ἐνδέχεται, ὅταν συγκεντρωθοῦν, νά εἶναι καλύτεροι ἀπό τόν ἄριστο, ὄχι βέβαια ὁ καθένας χωριστά ἀλλά ὡς σύνολο, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει νά εἶναι ἀνώτερα τά δεῖπνα πού γίνονται μέ τή συνεισφορά ὅλων ὅσοι συμμετέχουν, ἀπό ἐκεῖνα πού γίνονται μέ ἔξοδα ἑνός μόνο ἀνθρώπου. Καθώς εἶναι πολλοί ὁ καθένας διαθέτει κάποια λίγη ἀρετή καί φρόνηση, καί ἔτσι ἑνωμένοι οἱ πολλοί παρουσιάζονται σάν ἕνας ἄνθρωπος μέ πολλά πόδια, μέ πολλά χέρια καί μέ πολλές αἰσθήσεις καί ἑπομένως μέ ἀνάλογο ἦθος καί διάνοια. Γι̉ αὐτό καί συνάγουν ἀσφαλέστερα συμπεράσματα οἱ πολλοί γιά τά μουσικά καί ποιητικά ἔργα. Γιατί οἱ ἄνθρωποι στήν διαφορετικότητά τους κρίνουν διαφορετικό μέρος τοῦ ἔργου, στό σύνολό τους ὅμως κρίνουν τό σύνολο τοῦ ἔργου». Ἄν διαβάσει κανείς μέ προσοχή τό ἀνωτέρω χωρίο   καί προσέξει τά παραδείγματα ὁ Ἀριστοτέλης δέν θέτει ὡς κριτήριο τήν ἀθροιστική ποσότητα τῶν πολλῶν ἔναντι τοῦ ἑνός. Ἁπλά οἱ πολλοί διαθέτοντας καποια γνώση καί πεῖρα στά ἐπιμέρους θέματα ὅλοι μαζί μποροῦν νά κρίνουν ὀρθότερα σέ ἕνα συγκεκριμένο ζήτημα ἀπό τόν ἕνα ὅσο ἀριστος καί ἄν αὐτός. Παραδείγματος χάριν στήν κρίση γιά μία τραγωδία ὁ ἕνας κατέχει γνώσεις στόν ποιητικό λόγο, ὁ ἄλλος στήν μουσική, ὁ ἄλλος στήν ὄρχηση καί ὅλοι μαζί συνενούμενοι σέ ἕνα βουλευόμενο θέμα θά κρίνουν ὀρθότερα ἀπό τό ἕνα, ὅσο ἄριστος καί εἰδικός καί ἄν εἶναι αὐτός στήν τραγωδία. Μέ ἄλλα λόγια μέσα ἀπό τήν ποσότητα, ἔτσι ἰδωμένη, ὁ Σταγιρίτης ἀναζητεῖ τήν ποιότητα.

   Στή νεώτερη ἐποχή ἐκ πρώτης ὄψεως καί ἐντελῶς θεωρητικά οἱ σύγχρονες δημοκρατίες λειτουργοῦν βάσει τῆς Πρωταγορείου ἀπόψεως. Ὅμως πρακτικά ποιοί ἀσκοῦν τήν ἐξουσία, οἱ πολιτικοί, τούς ὁποίους ἐκλέγει καί, δυνητικά τοὐλάχιστον, ἐλέγχει ὁ λαός ἤ οἱ τεχνοκράτες, τούς ὁποίους δέν ἐκλέγει καί δέν ἐλέγχει κανένας ‒ ἤ τοὐλάχιστον δέν ἐκλέγει καί δέν ἐλέγχει ὁ λαός; Ἤ νά τό θέσω ἀλλιῶς: οἱ κρίσιμες ἀποφάσεις πού ἐπηρεάζουν καθοριστικά τήν ζωή τῶν πολιτῶν λαμβάνονται (οὐσιαστικά ὄχι θεωρητικά) ἀπό τούς πολιτικούς ἤ ἀπό τούς τεχνοκράτες;

   Εἶναι γεγονός ὅτι στήν σύγρονη ἐποχή τῆς Παγκοσμιοποίησης ἡ πραγματική καί οὐσιαστική ἐξουσία μετακυλίεται ἀπό τούς δημοκρατικά ἐκλεγμένους πολιτικούς στούς κάθε λογῆς τεχνοκράτες. Δηλαδή στά ἀνώτατα διευθυντικά στελέχη τῶν Πολυεθνικῶν Ἑταιρειῶν, στούς ἀνώτατους κρατικούς λειτουργούς πού διευθύνουν τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς (ὅπως π.χ. εἶναι τό Διεθνές Νομισματικό Ταμεῖο, ἡ Παγκόσμια Τράπεζα, ἡ Εὐρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ὁ Παγκόσμιος Ὀργανισμός Ἐμπορίου κ. ἄ.) καί στά ἀνώτατα στελέχη τῶν διεθνῶν ΜΜΕ, τμημάτων ἐρευνῶν διαφόρων Πανεπιστημίων, διεθνῶν ἱδρυμάτων, διεθνῶν ἐπαγγελματικο-τεχνοκρατικῶν ὀργανώσεων κλπ. (Βλ. τό ἄρθρο τοῦ Τάκη Φωτόπουλου, “ἡ νέα τρισυπόστατη ἐλίτ” στήν Ἐλευθεροτυπία). Τούς πολιτικούς βεβαίως ἐκλέγει, ἐλέγχει ‒ ὅσο ἐλέγχει ‒ καί ἀνακαλεῖ ἀπό τήν ἐξουσία ὁ λαός (οἱ διάφοροι λαοί στά πλαίσια τοῦ ἔθνους-κράτους). Τούς ἐν λόγῳ ὅμως τεχνοκράτες, πού ἐντέλει διαθέτουν καί ἀσκοῦν τήν οὐσιαστική ἐξουσία, ποιός τούς ἐλέγχει καί ἀνακαλεῖ ἀπό τήν ἐξουσία τους, ἄν μή αὐτοί πού τούς διορίζουν, δηλαδή τά κολοσσιαῖα οἰκονομικά συμφέροντα; Τελικά ἡ ὑποταγή τῆς Πολιτικῆς στήν Οἰκονομία ἀποτελεῖ οὐσιαστικό ἔλλειμμα Δημοκρατίας. 

   Ἡ συζήτηση πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα, ἄν δηλαδή ἡ πολιτική εἶναι ὑπόθεση δόξας τῶν πολλῶν ἤ ἐπιστήμης τῶν εἰδικῶν, εἶναι τεράστια καί δέν μποροῦμε νά τήν ἐξαντλήσουμε ἐδῶ. Τό μόνο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι ἐξάπαντος οἱ εὐθύνες τῶν πολιτῶν εἶναι ἀπαραμείωτες καί κρισιμότατες στίς δημοκρατικές κοινωνίες. Οἱ παγίδες τῆς ἀμετρίας καί τοῦ ἀλόγου ἐλλοχεύουν πάντοτε στήν πορεία τῆς δημοκρατίας. Τό μέτρο, ὁ λόγος, ὁ αὐτοπεριορισμός καί ἡ εὐβουλία εἶναι sine qua non ὅροι τῆς ὁμαλῆς καί εὔρυθμης λειτουργίας τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ὅπως λέγει καί ὁ καθηγητής τῆς φιλοσοφίας Κυριάκος Κατσιμάνης ἡ δημοκρατία εἶναι ἕνα “αἰσιόδοξο” πολίτευμα: προϋποθέτει καί στηρίζεται στήν ἠθική ἀκεραιότητα καί πνευματική-διανοητική ὡριμότητα τῶν πολιτῶν.

Add comment
  • No comments found
Mοιραστείτε αυτό το άρθρο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com