Αναρωτιόμουνα κάποτε πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν νειάτα χωρίς ποίηση − άνθρωποι νέοι, δηλαδή, που διατρέχουν την πλάση χωρίς να τους έχει συνεπάρει το ρίγος της.

Ακόμα πιο εμφατική η απορία μου, όταν επρόκειτο για μια ποίηση που καταφάσκει στη χαρά της ζωής, την τραγουδάει κιόλας μέχρι τη σωματική της έκφανση − όπως η ποίηση του Ελύτη ας πούμε ή (να, εδώ) του Εγγονόπουλου.

 

 Σήμερα που με την ποίηση ασχολούνται ακόμα λιγώτεροι νέοι, σήμερα που με την ποίηση ασχολούμαστε ακόμα λιγώτερο οι άνθρωποι, ξανασκύβοντας σε μια τέτοια σαγήνη των λέξεων νομίζω ότι μπορώ και να πιθανολογώ την απάντηση:

Έστω και όταν φέρνει σε πρώτο αντίκρυσμα την ηδονική των σχέσεων διάσταση, η μεγάλη ποίηση εμπεριέχει πάντα αφομοιωμένη και μιαν ασκητικότητα (σημασιών όσο και − ναι − αισθημάτων) των οποίων, ακριβώς, το δ ι α λ ε κ τ ι κ ό  σ υ ν α π ά ν τ η μ α είναι εκείνο που εκλύει τις αιτίες της βαθειάς μας μέθεξης.

 

Δεν διανύουμε ασφαλώς καιρούς πρόσφορους για μια τέτοια μας συνθετικότητα, σήμερα μάλιστα ακόμα λιγώτερο απ' όσο εχθές, και τούτος είναι ίσως ο αθέατος λόγος για τον οποίο τη  χ α ρ ά  (εν προκειμένω, τη χαρά της ποιήσεως) τη φ ο β ό μ α σ τ ε: Δεν πιστεύουμε ότι θα χωρέσει εντός μας! Εξ ού και αυτοπεριοριζόμαστε μακριά της...

Ο σύγχρονος άνθρωπος, καθ' όλα τα άλλα, έχει διαπλαστεί από τους ποιητές − θέλω να πω, έχει διαπλαστεί από τους διανοούμενους.

Το ότι οι ποιητές μας αυτοί γεννούσαν ένα κόσμο από τον οποίο θα απέβαινε εξορισμένη η ποίηση, κυρίως αρμόδιοι να το επισημάνουν θα μπορούσαν να είναι οι φιλόσοφοι. Η Πηγή ωστόσο της Απώλειας δεν ήταν ότι τάχα δεν είχαμε, εν τω μεταξύ, φιλοσόφους. Η πηγή της απώλειας ήταν ότι οι φιλόσοφοί μας είχαν ήδη προλάβει (στο πεδίο των θεμελιωδών μας κατανοήσεων) να μετονομάσουν το σκοτάδι σε φως, να μετονομάσουν το φως σε σκοτάδι.

 

Σκληρές προφανώς διαπιστώσεις. Όμοια με σκληρές, άλλωστε, τις τροπές των καιρών. Πρώτη εφεδρεία παρηγορίας, σε μια τέτοια στιγμή, η απεραντοσύνης της μεγάλης μας ποίησης. Όπως αυτή λοιπόν του Νίκου Εγγονόπουλου, την οποία εικονογραφεί με πραγματικό κινηματογραφικό μεγαλείο, στο φιλμ (παραγωγής 1990, για την ΕΡΤ) που ακολουθεί, ο Γιάννης Σμαραγδής.

 

 

Εις θέσιν επιλόγου, το εξαιρετικό Περί ύψους, του ίδιου ποιητή:

 

Περί ύψους

 Νίκος Εγγονόπουλος

 

 Ο Ιταλός πυροτεχνουργός έχει εγκαταστήσει το λιτό κι απέριττο, το φτωχικό εργαστήριό του, επί της κορυφής του αττικού λόφου. Εκεί ασχολείται νυχθημερόν με τα άπειρα πειράματά του και με την παρασκευή των διάφορων προϊόντων του επιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, και άλλα «μαϊτάπια». Γιατί αυτός είναι που προμηθεύει τους πανηγυριστάς τις παραμονές των μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας, αλλά κι αυτός είναι, πάλι, που τις νύχτες των εθνικών επετείων, διακοσμεί τους ουρανούς μας με λογής - λογής φανταχτερά λουλούδια, μ' εκθαμβωτικά πλουμιά και με ταχύτατες ρουκέτες που καταλήγουν σε μυριόχρωμη βροχή από σπίθες. Σπανίως εγκαταλείπει το έργον, όμως, τα βράδια, ενίοτε, περιφέρει τη σακαταμένη κι αλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, από καπηλειό σε καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατά προτίμηση, τα σκοτεινότερα στενά της αγοράς. Το επάγγελμά του είναι άκρως επικίνδυνο: πυρίτις, κι εσθ' ότε δυναμίτις, είναι η πρώτη ύλη των εργοχείρων του. Η παραμικρή απροσεξία αρκεί κι επέρχεται η τρομερά καταστροφή: μέσα σε εκκωφαντικό κρότο τινάζονται στο καθαρό πρωινό και το εργαστήρι κι ο πυροτεχνουργός μαζί, και βλέπουμε να στριφογυρνούν ψηλά στον αέρα, ώρες, κι ο Ιταλός και τα σανίδια της μπαράγκας και πηχτά σύγνεφα σκόνης, ενώ μιαν έντονη μυρωδιά μπαρούτης απλώνεται παντού.

Όμως ποτέ δεν επέρχεται το μοιραίον, γιατί υπάρχει κάτι. Ένα μυστικό. Κι αυτό το μυστικό είναι απλούστατα η σύζυγος που γρηγορεί. Πράγματι, η γυναίκα του, δική μας: ευλαβική κι ορθόδοξος χριστιανή, ξημεροβραδιάζεται στις εκκλησίες, και κάνει βαθιές μετάνοιες, κι όλο προσεύχεται για δαύτονε. Κι έτσι τόνε κρατά στη ζωή.

Μάλιστα, κάτω στην χαράδρα που περιβάλλει τον αττικό λοφίσκο, εκεί, η μαύρη, έχει σπείρει τον κόσμο μ' αναρίθμητα προσκυνητάρια, τα περισσότερα μαρμάρινα, άλλα ταπεινότερα, όμως όλα με εικόνα Θεοτόκου ή άλλου αγίου, κι όλα με μια θυρίδα, για τα λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει υπομονετικά τα χρήματα, και το μεγαλύτερο μεν μέρος διαθέτει γι' αγαθοεργούς σκοπούς, ενίσχυση απόρων, ανακούφιση ασθενών, αποπεράτωση εκκλησιών, κι ένα άλλο μέρος το φυλά προσεκτικά, καθώς σκοπεύει μ' αυτό, εν καιρώ, ν' ανεγείρη εκκλησία τιμωμένη με τ' όνομά της Αγίας Αικατερίνης.

(Πιο πέρα, στη χαράδρα, κάποιος έχει εγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιών, σ' ένα χωράφι, και, πιο πέρα ακόμη, μέσα σε περιβόλι, είναι τα ερείπια μισοχτισμένου αρχοντικού.)

 

Αυτή η ιστορία του Ιταλού είναι κι η ιστορία η δικιά μας, Ελένη. Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; Κι όμως, εάν ακόμη δεν με κατασπαράξανε αλύπητα, να πετάξουνε τις σάρκες μου στα σκυλιά, αυτό δεν το χρωστάω σ' εσένα, στη μεγάλη στοργή σου και στην αγάπη σου; Το ξέρω, μη μου το κρυφτείς, το ξέρω σου λέω: προσεύχεσαι για μένα!

Μάζευε τα λεφτά των προσκυνηταριών μας και σκόρπαε, με τ' άγια λευκά σου χέρια, το καλό παντού. Όμως κράτα ένα μέρος, να συγκεντρώσωμε, κι εμείς, λίγο - λίγο ένα ποσό, για ν' ανεγείρουμε μιαν εκκλησία αφιερωμένη στην Βασίλισσα που είχε τ' όνομά σου. Εκεί μέσα, σ' αυτή την εκκλησία θε να σε παντρευτώ. Γιατί είσαι ωραία. Γιατί είσαι ωραία, έχεις την πιο ευγενική κι υπερήφανη ψυχή, και σ' αγαπώ παράφορα.

 

Από τη συλλογή «Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω» (1957)

 

Add comment
  • No comments found
Mοιραστείτε αυτό το άρθρο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com