Δεῦτε συνάχθητε εἰς τὸ δεῖπνον τὸ μέγα τοῦ Θεοῦ, ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ σάρκας χιλιάρχων καὶ σάρκας ἰσχυρῶν καὶ σάρκας ἵππων καὶ τῶν καθημένων ἐπ᾿ αὐτῶν, καὶ σάρκας πάντων ἐλευθέρων τε καὶ δούλων, καὶ μικρῶν τε καὶ μεγάλων. (…) καὶ πάντα τὰ ὄρνεα ἐχορτάσθησαν ἐκ τῶν σαρκῶν αὐτῶν. Ἰωάννου Ἀποκάλυψις Θ’, 17-21

« Έκφραση εικονισμάτων σε ένα κυκλοτερές μάρμαρο, οι οποίες αποτυπώνουν στο κέντρο τη Γη με μορφή γυναίκας, ενώ ολόγυρα της βρίσκονται φρούτα, θαλάσσια ζώα και άλλα διάφορα». Έτσι επιγράφεται μία έκφραση που ο Κωνσταντίνος Μανασσής συνέταξε περί τα τέλη του 12ου αιώνα. Η γυναίκα στεφανωμένη δροσερά λουλούδια: κρίνα, τριαντάφυλλα, ένα λιβάδι ολόκληρο στο κεφάλι της λουλούδια ποτισμένα με το χαμόγελο του ήλιου όταν συναντά το πρωί τον κόσμο. Η γυναίκα ήταν η Γη, η μάνα του κοσμικού κάλλους. Το πρόσωπό της ήταν πανέμορφο γεμάτο χάρη, (…), τέτοιο που θα μπορούσε να κοσμεί ένα τρυφερό κορίτσι με δέρμα απαλό, στριφτά βλέφαρα και πορφυρά μάγουλα. (…)

Τα χείλη της λεπτά, δροσερά και κοκκινωπά». Τα δάχτυλά της κρατούσαν « πολύκαρπα στάχυα (…) σε προκαλούσαν να τα θερίσεις, ενώ φαίνονταν οι κόμποι, ο φλοιός και τα άγανά τους, ξερά και κατάστεγνα, ψημένα από τον μεσημεριανό ήλιο του καλοκαιριού». Την κοιλιά της την στόλιζαν λουλούδια : « κρόκοι, φλογίτσες, πράσινα χόρτα των αγρών˙ μελανόφυλλοι κισσοί και λευκανθείς νάρκισσοι σκαρφάλωναν, μυριάδες πολύχρωμα λουλούδια αναδύονταν, προβάλλοντας μέσα από τους κάλυκές τους, και ύφαιναν έναν ανθοστόλιστο μανδύα». Αίφνης η Γη βγάζει φωνή : « Με τέτοια αγαθά, άνθρωποι, σας κερνώ, με τέτοια αγαθά σας χορταίνω, σαν λάτρης που είμαι των έργων σας, σαν στοργική μητέρα και τροφοδότης όλων σας». Κι έτσι συνεχίζει η έκφραση αυτής της παραδείσιας συνθήκης : μελισσουργοί, μήλα που στάζουν αμβροσία, ροδάκινα γινωμένα και μεγάλα, ροδιές κρεμασμένες ως το χώμα από το βάρος του καρπού και μια μικρή πέρδικα να τσιμπολογά εκεί κι εδώ τα ολοκόκκινα σπυριά.

« Μετά τα ρόδια ήταν ζωγραφισμένο ένα σύνολο από ανακατεμένα κόκκαλα, σαν κάποιος να’ χε φτιάξει έναν άχρηστο σωρό με τα αποφάγια ενός πλουσιοπάροχου γεύματος. Ήταν εκεί ο μηρός μιας πέρδικας, το πόδι ενός γερανού, η ράχη ενός λαγού. Ήταν εκεί πεταμένα και φτερά πουλιών, το κεφάλι ενός μπαρμπουνιού και αγκάθια ψαριών που τρέφει η θάλασσα. Σε μερικά υπήρχαν ακόμη λεπτές πέτσες ή και λίγο κρέας. (…) Ένας ποντικός είχε μυριστεί τον σωρό από τα κόκκαλα (…) και γοργά έκανε επίθεση. (…) Είχε ποθήσει το κεφάλι του μπαρμπουνιού κι έπεσε πάνω του με μανία. (…) Ο καλλιτέχνης τον είχε ζωγραφήσει και να λιχουδεύεται και να φοβάται. Και μισάνοιγε το στόμα του και έκανε πίσω τρομαγμένος. Η κοιλιά του τον έσπρωχνε στο φαγητό, ο φόβος του τον έβαζε σε φυγή˙ η όρεξη τον ερέθιζε, αλλά τον σταμάταγε η δειλία. (…) Έβλεπε το μπαρμπούνι σαν λιχουδιά το απέφευγε όμως σαν εχθρό, κοιτάζοντας καχύποπτα τον σωρό με τα κόκκαλα μήπως είχε κρυφτεί εκεί μέσα η γάτα του σπιτιού ».

Κάπου λοιπόν εκεί στην άκρη του περικαλλή κοσμικού κήπου ήταν τοποθετημένο ένα νεκροταφείο˙ στις παρυφές της ύπαρξης βαλμένο, όπως κι έξω απ’ τα χωριά φτιάχνουμε τα νεκροταφεία μας, στις παρυφές των κοινωνιών μας, καθώς «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους». Κι όπως κάθε κήπος, έτσι κι ο κοσμικός είναι ένα μεγάλο νεκροταφείο, ένα αποθετήριο της άμορφης και άδοξης ωραιότητας, του ανθρώπου και της κτίσης. Το μάρμαρο είναι κυκλοτερές και η παράσταση επίπεδη, θυμίζοντας με έναν παράξενο τρόπο την αναπόδραστη ροή του κυκλικού χρόνου, μία ροή που τείνει σε εκείνη την αιώνια επιστροφή, στο πρώτο βαθύτατο σκοτάδι. Αιώνια, εδώ, είναι η επιστροφή του θανάτου, της στοίβας από τα κόκκαλα, τα απομεινάρια μιας ζωής περασμένης. Ένας θάνατος που καραδοκεί μέσα στον θάνατο : ο ποντικός φοβάται μήπως και πεταχτεί η γάτα, μήπως κι είναι κρυμμένη κάτω από τον σωρό και γίνει έτσι η λαχτάρα του για τους εκλεκτούς μεζέδες, αφορμή να αποθέσει κι αυτός τα κόκκαλά του, πάνω στα κόκκαλα που τώρα επιθυμεί.

Στις παρυφές του κόσμου μας σκοτώνουμε και κομματιάζουμε και μαγειρεύουμε παιδιά. Ήταν τέτοια η περίπτωση της μοναχής Μαρίας από το θέμα των Κυβιρραιωτών κατά τα τέλη του 12ου αιώνα : η Μαρία πείνασε. Ο βαρύς χειμώνας και το ξίφος των βαρβάρων την ανάγκασαν να τρώει στην αρχή σαύρες, φίδια, ποντίκια, χελώνες και βατράχους. « Καλά» την ρώτα ο βυζαντινός ανακριτής, « πως τα έτρωγες; Που είναι γεμάτα δηλητήριο! Έκοβες μήπως τα κεφάλια και τις ουρές τους πριν τα φας;». Η Μαρία έτρωγε και νεκρούς ανθρώπους, μέχρι που έγινε τελικά σφάκτρια και τρώκτρια του ίδιου της του παιδιού˙ τρώκτρια του ίδιου της του κορμιού και της ψυχής της. « Και οι Κύκλωπες» λέει ο ανακριτής « ήταν ανθρωποφάγοι˙ ούτε μητροφάγοι όμως ούτε παιδοκτόνοι, αλλά ξενοκτόνοι, τρώκτες ξένων. Κι η Μήδεια έπραξε εκείνη την εσχάτη βλασφημία, δεν έφτασε όμως σε τέτοιο ανοσιούργημα». « Εσύ άραγε σα θηρίο έφαγες ωμό το παιδί σου ή μάζεψες ξύλα, βρήκες φωτιά και το μαγείρεψες; ».

Η Μαρία φοβάται, πως κάποτε η ψυχή και το κορμί της κόρης της, κατά την Εσχάτη εκείνη Κρίση, ίσως ζητήσει να βγει μέσα από το δικό της κορμί. Ίσως η Ανάσταση να γίνει για ‘κείνην το μεγαλύτερο μαρτύριο. Ίσως η ψυχή της μικρής, ταπεινά να κρούσει την κοιλιά της μάνας της, που έγινε ο τάφος της.

Στη βυζαντινή αποκαλυπτική παράδοση, τα έθνη που βρίσκονταν έξω από τα βόρια σύνορα της Αυτοκρατορίας ήταν φύλα που ενσάρκωναν την ιδέα του Κακού, την ιδέα ενός χώρου κακότητας πέρα από τις λογικές αντοχές του ανθρώπου : « τρώγαν σκυλιά, ποντίκια, γάτες, φίδια, σάρκες πεθαμένων, αμβλώματα, έμβρυα που γυναίκες είχαν αποβάλλει και διατηρούσαν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, τους νεκρούς δε τους έθαβαν αλλά τους έτρωγαν ».

Ο Γωγ και ο Μαγώγ στις παρυφές του Κόσμου, όπως ο Ποντικός κι ο Γάτος στη σκοτεινή γωνίτσα του κήπου, όπως και η παιδοφάγος Μαρία στο θέμα των Κιβυρραιωτών, στην άκρη των νότιων συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι σκιές τούτες, έτοιμες να σκαλίσουν ξανά και ξανά, ολοένα και βαθύτερα τον κυκλοτερή κοσμικό στρόβιλο, πείθοντάς, πως εκεί στο σκοτάδι ψηλαφιέται η αλήθεια του κόσμου, στο άφημα στο στροβίλισμα του επίπεδου κύκλου.

Μία βυζαντινή παράδοση των ανατολικών επαρχιών έλεγε, πως τα άστρα είναι τρύπες που φέρνουν στα μάτια μας το φως του παραδείσου, πως πίσω από το σκοτάδι του ουρανού μας ήταν στερεωμένο το φως του ουρανού των ουρανών. Τα αστέρια είναι υπομνήσεις του φωτός μέσα στο μαύρο που καταπίνει λαίμαργα τον κόσμο. Ο Steiner έχει δίκιο όταν λέει πως « αισθάνεται κανείς έλξη προς το αποκρουστικό, όταν εγκύπτει πάνω σε αυτό με ιδιαίτερη επιμονή. Κατά κάποιον τρόπο η φρίκη κολακεύει την προσοχή (…) τα σκοτεινά μέρη βρίσκονται πάντα στο κέντρο. Αν τα παρακάμψουμε δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή συζήτηση για τις ανθρώπινες δυνατότητες ».

Τουλάχιστον ας στρεφόμαστε προς τα στίγματα φωτός που ξορκίζουν το σκιάχτρο του σκοτεινιασμένου εαυτού.

 

- Για το κείμενο του Μανασσή : Εικών και Λόγος. Έξι Βυζαντινές Περιγραφές Έργων Τέχνης, επιμέλεια ΑΓΑΠΗΤΟΣ,Π., Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008.

- Για το κείμενο του ανθρώπινου κανιβαλισμού: MACRIDES, R., « Poetic Justice in the Patriarchate : Murder and Cannibalism in the Provices» , in Cupido Legum, (ed.) BURGMANN, L.- FÖGEN , M.T.- SCHMINCK, A., Frankurt 1985, σελ. 137-168.

- Για το αποκαλυπτικό κείμενο : Die Apokalypse des Ps.-Methodios, (ed.) LOLOS, An., Verlag Anton Kain, Meisenheim am Glan 1976.

 

 Βαγγέλης Σταυρόπουλος                                                                                                             Παρίσι, Μάης 2015

Add comment

People in this conversation

  • Ξενοφών Βουρλιώτης

    Μα ποιος είπε ότι αυτό που μας τρομάζει περισσότερο είναι ο Παράδεισος, όχι η Κόλαση!... (νομίζω π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, δι' υπομνήσεως Παπαμακαρίου), Κυριολεκτικά Φοβερό! Προκαλεί Φόβο, δηλαδή. Όσο για τον ενσκύψαντα: Ε, άι στην ευχή, δεν έχει τα κότσια να διαπραγματευθεί αυτό το θέμα: Ασχήμιας-Ωραιότητος!... "Την Ωραιότητααα!..."

    0 Like Short URL:
Mοιραστείτε αυτό το άρθρο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com