Νίκος Μαυρίδης

Πως θα μπορούσε να ερμηνευθεί με  πολιτικό γνώμονα ο όρος «λαϊκό»; Όταν ο Α.Σαμαράς ανέλαβε την Νέα Δημοκρατία η γενική αίσθηση ήταν ότι το κόμμα θα μετατόπιζε το ιδεολογικό κέντρο βάρους από την νεοφιλελεύθερη ροπή της οικογένειας Μητσοτάκη προς κάποια άφατη «Λαϊκή Δεξιά». Πρακτικώς, ο Α.Σαμαράς ήταν τελευταία ελπίδα της δεξιάς βάσης έναντι της Φιλελεύθερης ηγεσίας, της κορυφής του κόμματος που έτεινε προς έναν άχρωμο σημιτικού- πασοκικού τύπου, νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό.

Είχε προηγηθεί η αποτυχημένη, στα μάτια του πολιτικού φαντασιακού του Δεξιού,  προσπάθεια της κυβέρνησης Καραμανλή να θεμελιώσει ως πολιτική στρατηγική την κατάκτηση ενός ουτοπικού «Κέντρου». Ως άλλος Ανδρέας ο Καραμανλής επεδίωξε να μην πλήξει το δόγμα των «Δύο Ελλάδων». Συν τοις άλλοις, ο Κώστας Καραμανλής ίστατο απορητικά ενώπιον ενός πολιτικοιστορικού παραδόξου. Έφερε την σφραγίδα της «επαράτου», αρτηριοσκληρωτικής Δεξιάς, ενώ η πολιτική φυά της οικογένειας ήταν στην ουσία βενιζελική, φιλελεύθερη. Πρώτος το είχε συλλάβει ο Βόγκελιν[1]: ο Φιλελεύθερος ταυτίστηκε, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την Δεξιά για λόγους γεωπολιτικούς και όχι ιδεολογικούς, ένεκα του συντεταγμένου αγώνα της Δύσης έναντι του Μπολσεβίκου. Στα καθ’ημάς, η ταύτιση του φιλελεύθερου αστού με παραδοσιακές δεξιές φιγούρες και συντηρητικά σύμβολα, όπως ο Βασιλιάς και η Ορθόδοξη Εκκλησία, φυλάκιζε την ψυχή του και την έσπρωχνε ασυνειδήτως προς τα αριστερά.   

Ακόμη νωρίτερα, το Πασόκ του Ανδρέα είχε καταφέρει να αφαιρέσει από την Δεξιά δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά: εν πρώτοις την χαλκευμένη  εντόπια λαϊκότητα του χριστιανορωμιού που είχε επικρατήσει έναντι της άθεης πλέμπας του Κομμουνιστή, με την αρωγή του χριστιανοφιλελεύθερου Αμερικανού∙ δεύτερον την περηφάνια της εθνικοφροσύνης έναντι του αριστερού διεθνισμού. Και τα δύο προαναφερθέντα χαρακτηριστικά είχαν υπονομευθεί εσωτερικά: καίτοι άθεος (όπως ο νυν πρωθυπουργός Τσίπρας) ο Ανδρέας αγκάλιασε την λαϊκή Ρωμιοσύνη χωρίς να αμφισβητήσει τα θρησκευτικά της θεμέλια. Ο δε πατριωτισμός του αποκτούσε έκτακτο γόητρο καθώς έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να δικαιωθεί σε πείσμα του νατοϊκού ταμπού. Η Δεξιά έχασε από τον Ανδρέα την όποια κατεστημένη λαϊκότητά της και ως εκ τούτου ωθήθηκε, κατ’ανάγκην και ανιόντως, προς τον φιλελεύθερο αιθέρα. Το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και ο πολιτιστικός και οικονομικός νεοφιλελευθερισμός της ιδιότυπης κεντροαριστεράς του αφαίρεσε την ύστατη πρόσβαση του Δεξιού προς την εκ των άνω πολιτική θέαση της ελληνικής κοινωνίας, του στέρησε την δυνατότητα να διεκδικήσει τα αρχέγονα, καραμανλικά  πρωτεία της ευρωπαϊκής πορείας του Ρωμέικου∙ τα πάνω ράφια της πολιτικής ήταν πιασμένα. Το ΠΑΣΟΚ όμως του Σημίτη είχε πλέον στερήσει από το ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ την πολιτική περιωπή του ανένδοτου πατριωτισμού και  είχε ανοίξει στην Δεξιά εκ νέου την δίοδο της αυθεντικής εθνικοφροσύνης ως εργαλείο συγκρότησης της λαϊκής βούλησης.

Η κυβέρνηση Σαμαρά υστερόγραφο αυτής της μακρόσυρτης διαδικασίας  προδόθηκε από την τραγική διάσταση ανάμεσα στο Έθνος και τον Λαό. Ο (Νεο)Φιλελεύθερος Σαμαράς με εικονίσματα τις «αυτοδημιούργητες» Θάτσερ και  Μέρκελ προώθησε την ιδέα ενός Έθνους που δεν χρειάζεται Λαό. Ο πρώην πρωθυπουργός προσέθεσε στο κόμμα φιγούρες της Άκρας Δεξιάς που ατένιζαν πομπωδώς τις μάζες για να προσδώσει λαϊκές διαστάσεις στον Νεοφιλελευθερισμό του κόμματος. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα ήταν η μπουφονική γραφικότητα των προαναφερθέντων και η περαιτέρω απομάκρυνση της δεξιάς βάσης προς το άγνωστο της σιωπής ή την κυρίως ειπείν Άκρα Δεξιά. Το  «Μνημόνιο» εν τέλει αποδείχθηκε ιδεολόγημα του κόμματος και όχι σιδηρά ιστορική  αναγκαιότητα, έξωθεν επιβεβλημένη∙ δυνάμει των ανωτέρω ο «Λαϊκισμός» των αντιπάλων της Δεξιάς  δικαιώθηκε ως «Λαϊκός». Ο πλέον πετυχημένος, τριακονταετής ψόγος του Συντηρητικού προς την παρακμιακή Μεταπολίτευση πήγε «στράφι».

Την διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε επ’εσχάτοις η (Κέντρο)Αριστερά (;) του Τσίπρα, η οποία μέχρι πρόσφατα έπασχε από το αντεστραμμένο προς αυτό της Δεξιάς σύνδρομο. Ενω η πολιτική τραγωδία της Δεξιάς συνίσταται στην αγεφύρωτη απόσταση της ιδέας του Έθνους προς εκείνη του Λαού, στην περίπτωση της Αριστεράς η φορά του συνδρόμου είναι η αντίθετη: σοβεί η αναστολή του  Λαού ενώπιον του βεβαρυμένου ιδεολογικά Έθνους. Για την παραδοσιακή, κομμουνιστική Αριστερά το πολιτικό επίκεντρο έβαινε εξ ορισμού από τον Λαό προς την  προλεταριακή Πατρίδα ενάντια στην ιδέα του μπουρζουάδικου Έθνους. Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Αριστερά και αργότερα την Νέα Αριστερά ο Λαός - ο οποίος από το 90΄και μετά έχει αρθρωθεί σε Μεσαία Τάξη – προελαύνει προς την εγκαθίδρυση της φιλελεύθερης εκκοσμικευμένης Οικουμένης.῀

[1]. Eric Voegelin, Mary Algozin, Keith Algozin, Liberalism and Its History, The Review of Politics, Vol. 36, No.4 (Oct., 1974) pp.504-520.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  ῾Manifesto῾  τχ 40, Φεβρουάριος  2014.

 

Add comment
  • No comments found
Mοιραστείτε αυτό το άρθρο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com