Nίκος Μαυρίδης

Για το Βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη: «Ο Νεοελληνικός Διχασμός και το Μυστήριο της Τέχνης. Ξαναβλέποντας δύο Ταινίες του Λάκη Παπαστάθη» 

Μέρος Πρώτο

Για τον  Γιάννη Κιουρτσάκη ο λαϊκός πολιτισμός μοιάζει με μια μορφή θρησκείας. Μεσά σ’αυτόν τον πολιτισμό, τον λαϊκό, σώζεται και ο σεβασμός του Κιουρτσάκη για την Ορθοδοξία, παρότι η  πνευματική ιδιοσυγκρασία του ρέπει προς ένα σκεπτικό  αθεϊσμό, στα όρια εκείνης της χαμηλόφωνης, φιλελεύθερης, ρωμαιο - χριστιανοσύνης που αδυνατούσε να ταυτισθεί με την αυταρχική θρησκοληψία της κοσμιοτάτης Δεξιάς ή την υβριστική απιστία της χαοτικής Αριστεράς, από την εποχή των πολιτιστικών επαναστάσεων και εντεύθεν.

Στο μικρό αυτό, κομψό, βιβλιαράκι[i], ο Κιουρτσάκης ανακαλύπτει στις ταινίες του Λ.Παπαστάθη έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορεί να μοιρασθεί τους μυχούς μιας  λαϊκής ρίμας που χάθηκε στην συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους – έθνους. Τόσο στον Κιουρτσάκη όσο και στον Παπαστάθη εντοπίζουμε μια κριτική του ΄Εθνους υπό το πρίσμα της εντοπιότητας, σε αντίθεση με πολλές μορφές κριτικής του εθνικισμού, προερχόμενες από τους ελληνορωμιούς αποφοίτους των υποκριτικών «μεταποικιακών σπουδών» της Εσπερίας. Πρόκειται για σπουδές που θάλλουν στα πανεπιστήμια των αυθεντικών προπατόρων του Έθνους –Κράτους: όταν ο Αστός έπρεπε να αποδομήσει την οικουμενική δύναμη του Χριστιανισμού οργάνωσε με φρενιτιώδη τρόπο τους ιδεολογικούς  μηχανισμούς προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού – ζηλωτικού - Εθνικισμού. Πολύ αργότερα το εθνικό ιδεώδες, άλογο κουτσό, έπος πλέον χωλό,  γονάτισε ως αξία χρήσης και αποσύρθηκε προς όφελος της «Παγκοσμίωσης».

Έχουμε εδώ  δύο κείμενα - δύο ταινίες∙ «Τον Καιρό των Ελλήνων» (1981) και ο «Θεόφιλος» (1987). Η πρώτη ταινία (πραγματικό μονόπετρο!) είναι μια εντυπωσιακή ανατομία της σχέσης ανάμεσα στον εθνικό αστισμό και την παραδοσιακή κοινοτική πατρίδα. ΄Ερεισμα του κινηματογραφικού δράματος είναι η απαγωγή ενός (μεγαλο)αστού από ληστές.

Ο Αστός καίτοι απαχθείς  δεν τρέφει κάποιο μίσος για τους απαγωγείς του, η μυσταγωγία της πρωτόγνωρης περιπέτειας στα ελληνικά βουνά τον βυθίζει σε εσωτερικό ονείρεμα, η κακουχία τον συναρπάζει και τον ανάγει - στα γράμματά που γράφει  προς την οικογένειά του για να τους πείσει ότι είναι ασφαλής - σε έναν Υπερίωνα. Αλλά και αντιστρόφως καμία ταξική απέχθεια δεν τρέφεται από τους ληστές προς τον ευπατρίδη, η ατμόσφαιρα που χτίζει η ταινία είναι αυτή μιας σταδιακής, μαγικής αδελφοποιίας, ο ληστής και το θύμα  σταυρώνουν τα αίματά τους[ii]. Στις εικόνες του Παπαστάθη μπορεί κανείς να εντοπίσει την  μαθητεία αλλά και την οξύμωρη διδασκαλία του από και προς τον μεγάλο Έλληνα σκηνοθέτη, τον Αλέξη Δαμιανό.

Η μαθητεία του εξικνείται από την Ευδοκία του Δαμιανού και η διδασκαλία του προς τον δάσκαλο φωτίζει εκείνο τον γαιώδη αρχέγονο χορό που οργανώνει ο Δαμιανός στον ύστατο «Ηνίοχό» του, ανεκτίμητη ταινία για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, σκοτεινή ετυμολόγηση της αδελφικής  διένεξης στα πνευματικά μεσόγεια της  χώρας, μέσα παρελθόν που προοράται οικουμενικό μέλλον, εμβόλιμη μοίρα του (νεο)ελληνικού ελαχίστου στο σώμα των νεωτερικών συστημάτων του απείρου.  Άλλωστε, - ας μην διαλάθει των αναφορών μας - ο κεντρικός πρωταγωνιστής του Παπαστάθη είναι ο ίδιος ο Δαμιανός που ενσαρκώνει την ιεροχθόνια μορφή του αρχιληστή.

Ο απαχθείς δεν είναι πατριδοκάπιλος∙ εμφορείται καρδιακά από τις αξίες της πυρέσουσας ιδεολογίας του πρώιμου αστικού πολιτισμού, του εθνισμού. Το έθνος  αναβιβάζεται σε «κοινωνική οντολογία», είναι μια ρομαντική ιδεολογία συνένωσης της πόλης και του χωριού, του άστεως και της κοινότητας, υπό την ηγεσία του Αστού.

Η εθνική συγκρότηση άγει την ολότητα του ελληνισμού εκείθεν της θρησκευτικής ορθόδοξης ταυτότητας που  ένωσε τα βαλκάνια και τους λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνόδευσε την διαμόρφωση του κόσμου και της εσχατολογίας της ευρύτερης Ρούμελης. Με την Ρούμελη η εξέγερση της Ορθόδοξης Ανατολής, το όραμα της αυτονομίας της έναντι της Ρώμης αναζωπυρώνεται, το Ήθος εξεγείρεται έναντια στην Ηθική.

Στην ταινία αναδύονται οι δύο Ρωμιοσύνες, η μία χριστιανική η άλλη ιωνορωμαϊκή∙ Στους ληστές και στα ορεινά λειμέρια τους εντοπίζει κανείς τον χαμένο μας ψυχισμό, όταν η Ρούμελη στοίχειωνε ακόμη το επικό μας φαντασιακό: κεκλιμμένο αγνάντεμα του κόσμου από τα μετέωρα του θανάτου, ψύχηιος άνθρωπος, πέτρες και ασβέστης ως  υλικά μιας απόκρημνης Χριστιανοσύνης (στην καταπληκτική αργόσυρτη χορογραφία του γάμου), δωρικές κολώνες σε αιθέριες εσχατιές, γενικό  εκκλησίασμα της «ελληνικής γραμμής».

[i] Το τομίδιο περιλαμβάνει και τις δύο υπό πραγμάτευσιν ταινίες στις εσωτερικές πλευρές του εξωφύλλου και του οπισθοφύλλου.

[ii] Το φιλί στο στόμα που ανταλλάζουν εθιμικά οι απαγωγείς με τον απαχθέντα κατά την σκηνή της απελεύθερωσης του είναι μια τόσο ισχυρή σκηνή της ταινίας που δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει την αλλαγή σταυρών ανάμεσα στον Μίσκιν και τον στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Πόσο χαρακτηριστικός και ο αρχικός δισταγμός ενός εκ των ληστών να επιτελέσει την εθιμική ακολουθία, για να ενδώσει στο τέλος λέγοντας: «Δεν πρόκειται να χαλάσω εγώ το έθιμο»!

Add comment
  • No comments found

Σήμερα στο Αντίφωνο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com