«...ἡ ἔρημος εἶναι στήν καρδιά τοῦ ἀδελφοῦ σας.
Ὁ ἀγαθός ἄνθρωπος χτίζει ,ἄν χτίζει, τό καλό.
...Τή θέλησή σας κάντε τέλεια.
Ἐλάτε νά σᾶς δείξω τή δουλειά τοῦ ταπεινοῦ. Ἁκοῦστε.
...Τό νόημα χτίζουμε:
Μιά Ἐκκλησία γιά ὅλους
γιά τόν καθένα μιά δουλειά
καθένας ἐπί τό ἔργο του.

Ἔτσι λοιπόν οἱ πατεράδες σας
ἔγιναν συμπολίτες τῶν ἁγίων καί τοῦ σπιτικοῦ τοῦ
ΘΕΟΥ,
χτισμένου στά θεμέλεια
τῶν ἀποστόλων καί τῶν προφητῶν, μέ τόν Ἰησοῦ
Χριστό κύρια κολόνα.» (Τ. S. ELIOT)

Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τίς φτερούγες αὐτῶν πού ἀγαποῦν.
Μέ προτροπή τοῦ πολύτιμου φίλου Πάνου Τσεπενέκα ἔσκυψα στήν «Στέρνα».
Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος τήν ἀναφέρει στό «Χαμένο Κέντρο» ὡς τό πνευματικότερο ποιήμα τοῦ Γιώργου Σεφέρη.

Τά ὅρια τοῦ λόγου ὑπερβαίνουν τά ὅρια τῆς γλώσσας.
Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι ἔκφραση ἀλλά τρόπος τοῦ εἶναι.
Γιά αὐτό καί ἀναφερόμενοι στή Δημιουργία μιλᾶμε γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων»,
δηλαδή τούς τρόπους πού ὑποστασιάζονται τά ἀγαθά θελήματα τοῦ Θεοῦ.
Ἀναζητώντας τά ὅρια τοῦ ἀλφαβήτου καί τῆς γλώσσας πού οἰκοδομεῖται ἀπό αὐτό,
μετεωριζόμαστε ἀνάμεσα στό σημαίνον τοῦ λόγου καί στήν ὀντότητα τοῦ σημαινομένου.

Ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει ἕνα νόημα. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ γλώσσα δομήθηκε μέ βάση τό νόημα.
Δέν ὑπάρχει λέξη ἤ ἐκφραστικός τρόπος κενός νοήματος. Οὔτε ὑπάρχει λέξη μέ αὐτονομημένη δυναμική.
Διότι κάθε λέξη δηλώνει σχέση.

 

«Ποῦ νά τά πῶ τά ἑλληνικά τῆς πίκρας»(Ἐλύτης) τώρα πιά πού διδάσκουμε τήν ἑλληνική ὅπως διδάσκουν στά φροντιστήρια ξένων γλωσσῶν τίς ξένες γλῶσσες; Προκρούστεια λογική- ἀλφάβητο, λεξιλόγιο, γραμματική- σάν νά ταυτίζεται ὁ λόγος μέ τόν «ὑλικό τρόπο γραφῆς τῆς γλώσσας»(Σεφέρης).

Ἡ τῶν ἑορτῶν θεία συγκατάβαση φέρνει στό νοῦ μου τήν ἀφήγηση μιᾶς ἀληθινῆς ἱστορίας, ἔτσι ὅπως ἡ μητέρα μου τήν παράδωσε. Μέσω μιᾶς τεταπεινωμένης βιοτῆς ἀναβλύζει μιά παραδείσια ἀθωότητα , μιά εὐλογία πού ἀγκαλιάζει ὁλους τούς  τόπους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, μία οἰκονομία  πίστης ἀλλά καί φιλεσπλαχνία  πού ἀναλαμβάνει τίς ἀτέλειες καί τά ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων μας σάν οἰκείωση τῆς θείας πρόνοιας γιά τόν κόσμο.  Σᾶς τήν παραδίδω μακροθυμώντας πώς «θά μέ βοηθήσει κι ὁ Θεός» νά σπουδάσουμε τή σύναψη  τοῦ τρόπου τους.

 Ο ΦΤΩΧΟΣ Ο ΓΙΑΚΚΑΣ

(ἀληθινή ἱστορία πού διαδραματίζεται γύρω στό 1950, ἀπό ἀφήγηση τῆς μητέρας μου Μαρίας Ἀθηνιώτου)

Πάενε κι ἐρχόντανε ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας κι ἤτανε βαρετός καί τό φαΐ πού τοῦ δίνανε δέν ἤτανε ἀρκετό καί τόν περιπαίζανε οἱ χωριανοί καί τόν γελάγανε. Ὡς καί ὁ Μάρκος, ὁ τρελός τοῦ χωριοῦ, πού ἔτυχε μιά μέρα πού περιπαίζανε τόν Γιάκκα καί τόν εἴχανε ἕτοιμο νά τόν ἐχωρέψουνε, τσατίζεται καί λέγει: «Ἐγώ εἶμαι λουλός, ἐτοῦτος εἶναι λουλοπάλαβος».

Ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας ἤτανε ἕνας ἀγαθός γέροντας κυρτωμένος ἀπό τό βάρος τῶν χρόνων, κακοπερασμένος ἀλλά πρόσχαρος. Δημήτρη τόν λέγανε.

Ἡ δύναμη τῶν ἀνθρώπων εἶναι τά ἔργα τους καί ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ χωρισμός τῶν ἔργων τους ἀνάμεσα καλοῦ καί κακοῦ. Βλέπουμε σ’αὐτόν τό χωρισμό τούς ἀνθρώπους ντυμένους μέ τά ἔργα τους. Ὡστόσο ἀπό δῶ καί πέρα μπορεῖ νά λάμψει καί νά χρυσίζει ἡ ποίηση τῆς δικαιοσύνης.

SFbBox by psdtohtmlcenter.com