Κάποιες εὐλογημένες στιγμές βαθαίνει ἡ ἀντίληψη .

Ἕνα μεθεκτικό καλοσυνάτο μελτέμι ἀναζωογονεῖ τή διαισθαντικότητα,

ἡ ἀναπνοή ἀλαφρώνει σά προσευχή καί ἡ θύρα τοῦ μυστηρίου ἀνοίγει.

Ὁ χρόνος χαμογελᾶ σά φίλος, ἡ καρδιά γίνεται ἀκρωτήρι τῆς αἰωνιότητας

καί ὁ νοῦς ἕνα λευκό ξωκλήσι στοῦ φωτός τά διάσελα.

Αὐτό πού ἔλειψε εἶναι ἡ ἀγωγή γιά τό μυστήριο.

Ἡ ἀληθινή φύση βρίσκεται στό μυστήριο.

Τό μυστήριο εἶναι τό πιό φυσικό γεγονός στή ζωή μας.

Εἶναι ὁ ἥλιος τῆς ἁντίληψης μας.

 Δανείζομαι τήν εὐλογημένη φωνή τοῦ Φιλίππου Σέρραρντ

καί τραβῶ τό κουρτινάκι τῆς καθημερινότητας

γιά νά νήψω τήν ὅραση τῆς καρδιᾶς στήν ἀνοιχτοσύνη τοῦ θαύματος. 

Διότι εὐτυχία δέν ὑπάρχει παρά μόνο στό μυστήριο.

Ἡ εὐτυχία εἶναι μέθεξη στό θείο εἶναι.

«Ἡ ὑψηλότερη μορφή ἄνοιξης πού ξέρω: μιά ἑλληνική Μεγάλη Ἐβδομάδα» (Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ)

ὅπου «τά πάθη τά σεπτά ὡς φῶτα σωστικά» ἀνατέλλουν στόν κόσμο.

Τά πάθη τά σεπτά μᾶς λυτρώνουν ἀπό τά πάθη τά μεμπτά.

Ὁ νυμφώνας εἶναι κεκοσμημένος  ἀπό τοῦ  Ἀπαθοῦς τά πάθη.

Πάσχα μυστικό. Ξάφνου ὁ «κάλλει ὡραῖος», ὁ ὡραῖος τῆς ἄκρας ταπείνωσης ,

«ὁ πάντα φέρων συμπαθῶς καί πάντα σῶσας τῆς ἁρᾶς» μᾶς συγκαλεῖ

πρός «ἑστίασιν πνευματική... τῆ μέθεξη τῶν παθημάτων» Του.

 

 Τό  συμπάσχω πού εἶναι ὀ τραγικά κενός τόπος τοῦ πολιτισμοῦ μας,

γίνεται ὁ καινός τόπος τοῦ Θεοῦ.

 

«Kόκκινη κλωστή δεμένη

  Στήν ἀνέμη τυλιγμένη,

  Δῶσ’της κλῶτσο νά γυρίσει

   Παραμύθι ν’ ἀρχινίσει»

 

Καί τώρα πού οἱ ἀνέμες πιά δέν γυρίζουν

Τώρα πού οὔτε κάν γνωρίζουμε τί ἦταν οἱ ἀνέμες

Πῶς θ’ ἀρχινήσει τό παραμύθι

Πού ἔκανε τή ζωή ἀληθινότερη

ἀπό τήν καθημερινότητα τοῦ βίου;

 

 «Τό βαρύ φύλλον τῆς αἰωνιότητος» εἶναι ὁ ἄνθρωπος

    κάθε φορά πού ὁ τρόπος μας τόν καταντᾶ ναυάγιο.

Εἶναι τραγικό ἀλλά ὀ στίχος κυριολεκτεῖ.

Ὁ τρόπος τῆς ἀνθρωπότητας γίνεται πιά τό βαρύ φύλλον τῆς αἰωνιότητας. 

«λευκήν σελίδα μέ μυστηριώδη γράμματα τῆς ἱστορίας τοῦ πόνου» ( συνεχίζει ὁ Παπαδιαμάντης).

Μέ κάθε ναυάγιο ὡς ἀνθρωπότητα

Ναυαγοῦμε ὡς πρός τήν αἰωνιότητα.

Πληροφορούμαστε γιά ναυάγια ὅπως πληροφορούμαστε γιά τόν καιρό.

Ἔτσι λιγοστεύουμε τόν καιρό καί ὁ καιρός μας λιγοστεύει.

Κατάντησε ἡ ζωή μας μιά ἔρπουσα βιοτική συνθήκη. Ὁλογυρά μας «χείλη πονηρά ...τά λαλούντα καθ’ ἡμῶν ἄδικα φράγματα». Τό στόμα μας δέν λαλεῖ σοφία, οὔτε ἡ μελέτη τῆς καρδίας μας σύνεση. Μᾶς συνέχει «πταισμάτων θάλασσα» καί «σκοτοδίνη παθῶν».  Μέ τόν τρόπο αὐτό ὅμως δέν ἀληθεύει ἡ ὑπαρξή μας καί δέν εὐαγγελιζόμεθα  «χαρά μεγάλη»: αὐτή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου.

«Αὔτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς». ( ΙΩΑΝ.  Γ 19) Πῶς τό σκοτάδι ἔγινε ἡ συνθήκη τῆς καθημερινότητάς μας;

«Οὔπω νοεῖτε οὐδέ συνίετε; ἔτι πεπωρωμένην ἔχετε τήν καρδίαν ὑμῶν; ὀφθαλμούς ἔχοντες οὐ βλέπετε, καί ὧτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; καί οὐ μνημονεύετε;» ( ΜΑΡΚΟΣ ή 17,18)

Δῶρα ἀγάπης ἤ δῶρα πρός ἐξαγορά συνειδήσεων;

Ἡ ἀληθινή δωρεά δέν εἶναι σχῆμα ἐξωτερικό.

Εἶναι ἡ συνέχεια μιᾶς ἐσωτερικότητας πού σμιλεύει πύρινα τήν ὕπαρξη πρός τό καθαγιαστικό πνεῦμα τῆς προσφορᾶς καί τῆς διακονίας.

Κατά τήν ἀληθινή δωρεά μεταβιβάζεται στόν ἀποδέκτη ὄχι τόσο τό ἐξωτερικό  σχῆμα ὅσο ἡ ζέση τῆς ἀγάπης πού καθιστᾶ τό δῶρο ὑπέροχο ἀκόμη κι ὅταν ὑπό ὅρους ὑλικούς θεωρεῖται ἀσήμαντο.

Τό δῶρο, κι ἄς εἶναι ἕνα κουρελάκι, γίνεται τότε μιά προέκταση τῆς καρδιακῆς φλόγας ἱκανή νά ἀποθανατίσει στή μνήμη τήν ἱερότητα τῆς στιγμῆς.

SFbBox by psdtohtmlcenter.com