Ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει ἕνα νόημα. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ γλώσσα δομήθηκε μέ βάση τό νόημα.
Δέν ὑπάρχει λέξη ἤ ἐκφραστικός τρόπος κενός νοήματος. Οὔτε ὑπάρχει λέξη μέ αὐτονομημένη δυναμική.
Διότι κάθε λέξη δηλώνει σχέση.

Ἡ τῶν ἑορτῶν θεία συγκατάβαση φέρνει στό νοῦ μου τήν ἀφήγηση μιᾶς ἀληθινῆς ἱστορίας, ἔτσι ὅπως ἡ μητέρα μου τήν παράδωσε. Μέσω μιᾶς τεταπεινωμένης βιοτῆς ἀναβλύζει μιά παραδείσια ἀθωότητα , μιά εὐλογία πού ἀγκαλιάζει ὁλους τούς  τόπους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, μία οἰκονομία  πίστης ἀλλά καί φιλεσπλαχνία  πού ἀναλαμβάνει τίς ἀτέλειες καί τά ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων μας σάν οἰκείωση τῆς θείας πρόνοιας γιά τόν κόσμο.  Σᾶς τήν παραδίδω μακροθυμώντας πώς «θά μέ βοηθήσει κι ὁ Θεός» νά σπουδάσουμε τή σύναψη  τοῦ τρόπου τους.

 Ο ΦΤΩΧΟΣ Ο ΓΙΑΚΚΑΣ

(ἀληθινή ἱστορία πού διαδραματίζεται γύρω στό 1950, ἀπό ἀφήγηση τῆς μητέρας μου Μαρίας Ἀθηνιώτου)

Πάενε κι ἐρχόντανε ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας κι ἤτανε βαρετός καί τό φαΐ πού τοῦ δίνανε δέν ἤτανε ἀρκετό καί τόν περιπαίζανε οἱ χωριανοί καί τόν γελάγανε. Ὡς καί ὁ Μάρκος, ὁ τρελός τοῦ χωριοῦ, πού ἔτυχε μιά μέρα πού περιπαίζανε τόν Γιάκκα καί τόν εἴχανε ἕτοιμο νά τόν ἐχωρέψουνε, τσατίζεται καί λέγει: «Ἐγώ εἶμαι λουλός, ἐτοῦτος εἶναι λουλοπάλαβος».

Ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας ἤτανε ἕνας ἀγαθός γέροντας κυρτωμένος ἀπό τό βάρος τῶν χρόνων, κακοπερασμένος ἀλλά πρόσχαρος. Δημήτρη τόν λέγανε.

 

«Ποῦ νά τά πῶ τά ἑλληνικά τῆς πίκρας»(Ἐλύτης) τώρα πιά πού διδάσκουμε τήν ἑλληνική ὅπως διδάσκουν στά φροντιστήρια ξένων γλωσσῶν τίς ξένες γλῶσσες; Προκρούστεια λογική- ἀλφάβητο, λεξιλόγιο, γραμματική- σάν νά ταυτίζεται ὁ λόγος μέ τόν «ὑλικό τρόπο γραφῆς τῆς γλώσσας»(Σεφέρης).

Ἁγιότητα εἶναι μιά βαθιά εὐαισθησία. Μιά βαθιά ποιητική ματιά πού μπορεῖ νά μεταμορφώνει τά πάντα σέ ἄγγιγμα ψυχῆς. Ὁ ἅγιος εἶναι ποιητής καί εὐαίσθητος. «Γιά νά γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει νά ἔχει ποιητική ψυχή, πρέπει νά γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ὁ Χριστός δέν θέλει.» ἁγ. Πορφύριος.
Ὁ ἅγιος ἀγαπάει ἀκόμη καί τά μή ἀξιαγάπητα. Ἐκεῖνον πού ὅλοι θά περιφρονοῦσαν μέ μεγάλη χαρά, ἡ ἁγιότητα τόν μαζεύει, τόν ἀγκαλιάζει, τόν φιλᾶ μέ πάθος μέχρι νά τόν θεραπεύσει.

Ἡ δύναμη τῶν ἀνθρώπων εἶναι τά ἔργα τους καί ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ χωρισμός τῶν ἔργων τους ἀνάμεσα καλοῦ καί κακοῦ. Βλέπουμε σ’αὐτόν τό χωρισμό τούς ἀνθρώπους ντυμένους μέ τά ἔργα τους. Ὡστόσο ἀπό δῶ καί πέρα μπορεῖ νά λάμψει καί νά χρυσίζει ἡ ποίηση τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ Ἐκκλησία μιλᾶ ὅλες τίς γλῶσσες καί μεταδίδει τό ἔνα Πνεῦμα, τήν ἀλήθεια καί παράκλησι,
ὅπως συνέβη κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ὁ Λόγος ἔγινε σάρξ καί μίλησε μέ τήν παρουσία καί τήν διαγωγή Του.
Διῆλθε ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί εὐεργετῶν πάντα ἄνθρωπον.
Μίλησε διά τῶν πραγμάτων τήν γλῶσσα τῆς ἀγάπης, τήν κατανοητή ἀπό κάθε ἄνθρωπο.
Καί ἔφερε τό εὐαγγέλιο τῆς ἐλπίδος, τῆς ὑγείας, τῆς χαρᾶς καί τῆς σωτηρίας.

SFbBox by psdtohtmlcenter.com