Κατ’ οἰκονομία Θεοῦ ἀνοίχτηκε, μέσα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Λάκη Προγκίδη «Ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν δρῦν»,
ἀπόκριση στήν ἐσωτερική ἀγωνία γιά τό τραγικό ἐκτόπισμα τῆς κοινωνίας ἀπό τήν ἀγορά.
Ὡστόσο, ὡς ἀντίθεση τό δίπολο κοινωνία-ἀγορά ἀδυνατοῦσε στόν προσδιορισμό τῆς ὑφιστάμενης ἔκπτωσης,
μιά πού δίχως ἀναστολές ἔχουμε προσεταιριστεῖ τόν ὅρο κοινωνία τῆς ἀγορᾶς.
Ὑποχρεωνόμουν, ἔτσι, νά ἀτιπαραθέσω τήν ἔννοια τῆς « Εὐχαριστιακῆς Κοινωνίας»
πού μέσα ἀπό τή θυσία τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο παρέχει τό πρότυπο γιά κάθε εἶδους κοινωνία.
Καί νά πού ἔξω ἀπό τή θύρα τῆς συνειδήσεώς μου ἀπέστειλε ὁ Λάκης Προγκίδης τήν θεια-Ἀχτίτσα,
τήν βασανισμένη ἡρωίδα τοῦ Παπαδιαμάντη, μέ συστολή αἰδημοσύνης, ὄχι γιά τήν πτωχεία της,
ἀλλά γιατί ἀδυνατοῦσε νά «φιλέψει» τόν ἐπισκέπτη της.
«Διότι σέ αὐτή τήν ψεύτικη φαινομενικά συμπεριφορά τῆς Σταχομαζώχτρας κρύβεται
μιά πραγματικότητα πιό ἀληθινή ἀπό τήν ἀδήριτη πραγματικότητα τῆς φτώχειας: ἡ πραγματικότητα τῆς πολιτισμικῆς μας ταυτότητας.» ( Λ. Προγκίδης).
Ἄνοιξα τό λεξικό : « Εικάζεται ότι η λέξη φίλος δεν δήλωνε αρχικά συναισθηματική σχέση, αλλά δεσμό μεταξύ μελών της ίδιας κοινωνικής ομάδας,
επεκτάθηκε όμως σε σχέσεις αγάπης και αφοσίωσης ( χωρίς ερωτικό περιεχόμενο) μέσω του θεσμού της φιλοξενίας.» (Γ.Μπαμπινιώτης).
Ἡ ἐπόμενη κίνησή μου ἦταν νά κλείσω τό ἐν λόγω βιβλίο τοῦ Προγκίδη καί μέ κόκκινα στοιχεῖα
νά ἀλλάξω τόν τίτλο στό δικό μου ἐξώφυλλο. Μάλιστα , αὐτό ἦταν:
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΙΑ καί φιλεύω τήν κρίση σας μέ τή βαρύτητα τῶν παρακάτω ἀποσπασμάτων :

«Γιά τή φιλία μιλάει ὁ Ἀριστοτέλης στά Ἠθικά Νικομάχεια (VIII,IX).
Λέει ὅτι δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ συγκροτημένο κοινωνικό σύνολο ἄν τά μέλη τά ὁποῖα τό ἀπαρτίζουν δέν ἔχουν ἀναπτύξει μεταξύ τους φιλικούς δεσμούς.
Οἱ μορφές ὀργάνωσης μιᾶς κοινωνίας ἔρχονται καί παρέρχονται. Τά πολιτικά συστήματα διαδέχονται τό ἕνα τό ἄλλο.
Τό στοιχεῖο ὅμως πού παραμένει ἀκλόνητο, τό στοιχεῖο πού κατά τρόπο μοναδικό καί ἀντικατάστατο ἐγγυᾶται
τή συνοχή καί τή ζωή τῆς δεδομένης κοινωνίας καί τοῦ πολιτισμοῦ της εἶναι, ὑπογραμμίζει ὁ φιλόσοφος, ἡ φιλία.
...Στά χρόνια 2005-2010 ζοῦσα στόν Καναδά ( στό Μόντρεαλ). Βρισκόμουν δηλαδή στήν καρδιά τοῦ λεγόμενου πολυπολιτισμικοῦ μοντέλου.
Μοντέλο τό ὁποῖο, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, οἰ ἐμπνευστές καί οἱ προπαγανδιστές του ἔχουν βαλθεῖ νά ἐπιβάλλουν μέ ὅλα τά μέσα,
ἀκόμα καί μέ τά ὅπλα, σέ ὅλους τούς λαούς τῆς ὑφηλίου. Στήν πράξη πρόκειται γιά μιά μή κοινωνία.
Πρόκειται γιά ἕνα συνονθύλευμα παγιωμένων εἰς τό διηνεκές ἐθνικῶν καί πολιτιστικῶν ταυτοτήτων μέ μόνο δεσμό,
ἀπό τά μέσα, τό χρῆμα, καί ἀπό τά ἔξω τόν ὑπερεξοπλισμένο χωροφύλακα.
...Μέ τόν Ἀριστοτέλη καί τόν Παπαδιαμάντη φοιτήσαμε στό ἴδιο σχολεῑο. Μάθαμε τά ἴδια γράμματα.
Καλλιεργηθήκαμε συναισθηματικά καί πνευματικά μέ τό ἴδιο ἦθος. Θά τό ὀνόμαζα, αὐτό τό σχολεῖο, σχολεῖο τοῦ κοινωνικοῦ ἀντιδαρβινισμοῦ.
...Οἱ περισσότερες θεωρίες, ἀνθρωπολογικές, κοινωνικές, ψυχολογικές καί πάει λέγοντας,
πού στηρίζονται στήν παραδοχή ὅτι ὁ ἀνθρωπος εἶναι πρῶτα βιολογική μονάδα, μοναχικό ζώο,
καί ἔπειτα , σ’ ἕναν δεύτερο χρόνο, κοινωνία, κοινωνική μονάδα, εἶναι ψευδεῖς....
Τά ἀναλυτικά ἐργαλεῖα τῆς σκέψης τους δέν τούς ἐπιτρέπουν νά συλλάβουν καί νά ἐκφράσουν τό πασίδηλο θαῦμα τῆς φιλίας,
τό θαῦμα πού θεμελιώνει τήν ἀνθρώπινη κοινωνία....ὡς τή μοναδικη φυσική, μή συμφεροντολογική ὀντότητα.

...Ἀπό Ὁμήρου ἄρξασθε. Μίλησα πιό πάνω γιά τήν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα καί γιά τή θεμελιώδη σημασία τοῦ ὁμηρικοῦ «θαυμάζειν».
..Αὐτό τό πρωταρχικό «θαυμάζειν» εἶναι κάτι σάν σπινθήρας πού θέτει σέ κίνηση τή λειτουργεία τοῦ πνεύματος.
Καί δίκαια νομίζω, ἄν δοῦμε τό πράγμα ἀπό τά βάθη τῆς αἰωνιότητας,
ὁ ἑλληνικός πολιτισμός μπορεῖ νά συμπυκνωθεῖ σέ τρεῖς μόνο λέξεις: θαυμάζειν ἐστί φιλοσοφία.
Ὅμως αὐτό τό ἴδιο τό «θαυμάζειν» σέ τί ἀντιστοιχεῖ; ...
Τό ξέρουμε ἀναφέρεται στόν κόσμο ὁ ὁποῖος εἰκονίζεται πάνω στην ἐπιφάνεια τῆς ἀσπίδας (τοῦ Ἀχιλλέα), στό καλλιτεχνικό ἔργο τοῦ Ἡφαίστου.
Αὐτό τό ἔργο περιγράφει σέ ἐκατό καί παραπάνω στίχους ὁ ποιητής. Αὐτό τό ἔργο ἀποκαλεῖ θαυμάσιο.
Πρόκειται γιά τήν ἀνάγλυφη ἀναπαράσταση τοῦ κόσμου...
Βλέπουμε στό ἐσωτερικό μιᾶς περιορισμένης ἐπιφάνειας, ἑνός πλαισίου, μιά εἰκόνα πού ὀνομάζουμε κόσμο.
Τό συγκεκριμένο ἔργο τέχνης ...μπορεῖ νά συγκινήσει... ἐπειδή ὁ καλλιτέχνης κατάφερε νά μεταφέρει στό ἐπιμέρους στοιχεῖο τήν ἀρχή τῆς φιλίας...
Ὁλόκληρη ἡ κοινωνία στήν ὁποία ζεῖ ὁ καλλιτέχνης ( συμπεριλαμβανομένων τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, τοῦ ποιητή καί τῶν ἡρώων τοῦ ἔπους)
εἶναι κοινωνία φιλική, θεωρεῖ δηλαδή τόν ἑαυτό της κομμάτι τοῦ σύμπαντος κόσμου,
ὅπου χάρη ἀκριβῶς στήν ἀρχή τῆς φιλίας βασιλεύουν ἡ τάξη καί ἡ ἁρμονία...
Ὅπου τούτη ἡ ἀρχή ὑποχρεώνει τό κάθε στοιχεῖο τοῦ κόσμου νά κρατιέται στήν ὕπαρξη
χάρη στήν ὕπαρξη ὅλων τῶν ἄλλων καί ὄχι στή βούλησή του καί μόνο γιά ἰσχύ.
Ἐν ὀλίγοις τό ἔργο πού βγαίνει ἀπό τό ἐργαστήρι τοῦ Ἡφαίστου κάνει αἰσθητό τό ὅλον, ἔτσι ὅπως τό ψυχανεμίζεται ἡ κοινωνία του.
Δέν εἶναι τυχαῖο, ἄς τό σημειώσουμε, πού αὐτός ἐδῶ ὁ κόσμος τῆς φιλίας,
ὁ κόσμος ὅπου συνυπάρχουν καί ἰσορροποῦν οἱ πιό ἀντίθετες φαινομενικά καταστάσεις,
ἀπεικονίζεται πάνω στό ἀντικείμενο πού προορίζεται νά προφυλάξει τόν Ἀχιλλέα ἀπό τά βέλη τοῦ ἐχθροῦ.
Ὁ κόσμος ὡς φιλία εἶναι ἡ μόνη ἀσπίδα τοῦ ἀνθρώπου.

Κανείς, νομίζω, δέν θά διαφωνήσει ὅτι ὁ ἀρχαιοελλήνικός κόσμος ἀρχίζει νά καταρρέει μέ τόν Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Καί κανείς δέν θά διαφωνήσει ἐπίσης ὄτι ὁ Θουκυδίδης ἱστορικοποίησε τό γεγονός,
πράγμα πού σημαίνει ὄτι τό κατέγραψε ὄσο πιό πιστά μποροῦσε, ἑρμηνεύοντάς το ταυτόχρονα.
Θεώρησε λοιπόν ὀ Θουκυδίδης ὅτι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος ἦταν φυσικό ἐπακόλουθο τῆς μόνιμης ροπῆς τοῦ ἀνθρώπου,
τοῦ ἀνθρώπου ἐν γένει, γιά ἰσχύ καί ἐξουσία. Καί ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνεται ἡ μεγάλη, ἡ ἀνυπέρβλητη σύγχυση.
Ἡ μαρτυρία τοῦ ἱστορικοῦ ταυτίζεται μέ τήν πραγματικότητα καί ἠ ἐρμηνεία του ἀναγορεύεται σέ παγκόσμια ἀνθρωπολογική ἀρχή.
Γιατί, δέν εἶναι ἔτσι; Ὄχι βέβαια. Εἶναι ἔτσι μόνον στό βαθμό πού ἡ Δύση δράττεται τῆς εὐκαιρίας γιά νά δικαιώσει
καί νά ἐμπεδώσει τόν δικό της τρόπο γέννησης, ὕπαρξης καί μεθόδου ἑρμηνείας τοῦ κόσμου.
Καί ὁ Ὅμηρος κατέγραψε καί ἑρμήνευσε ἕναν πόλεμο, ἀλλά δέν βγαίνει καθόλου τό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι λύκος γιά τόν ἄνθρωπο.
Γιατί ἡ Δύση δέν θεμελιώνει τό ἀνθρωπολογικό της πρότυπο στόν Ὅμηρο; Γιατί δέν φοιτᾶ στό σχολεῖο τοῦ Ὁμήρου;
Ἐπειδή ὁ Ὁμηρος εἶναι ποιητής καί ὁ Θουκυδίδης ἱστορικός; Καί λοιπόν; Ἀπό πότε ὁ ἱστορικός εἶναι πιό κοντά στήν ἀλήθεια ἀπό τόν ποιητή;

...Φιλία-φιλεύω. Ἀρκοῦν οἱ δύο αὐτές λέξεις γιά νά περάσουμε ἀπό τόν ἀρχαιοελληνικό πολιτισμό στόν ἑλληνοχριστιανικό...
Ἡ φιλιά γιά τούς Ἕλληνες ἦταν προϋπόθεση ἁρμονίας τοῦ κόσμου. Ἔπρεπε νά ὑπάρχει φιλία γιά νά ἰσορροπεῖ τό σύμπαν.
Γιά τόν χριστιανισμό ἡ φιλία ἦταν τό ζητούμενο...
Ἡ διαφύλαξη τῆς φιλίας μέ τόν οἰκεῖο, μέ τόν γείτονα, μέ τόν συμπολίτη, με τόν συμπατριώτη: ἰδού ἠ μέριμνα τοῦ Ἑλληνα.
Τό ἄνοιγμα τῆς φιλίας στό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἡ ὑπέρβαση τοῦ τοπικοῦ: ἰδού ἠ μέριμνα τοῦ χριστιανοῦ.
Βέβαια καί στά δύο ἀξιακά συστήματα ὑπάρχει καί λειτουργεῖ τό θυσιαστικό στοιχεῖο.
...Γιά νά συμπυκνώσουμε αὐτή τή διαρκή μετατροπή τῆς κατάστασης (φιλία) σέ κίνηση (φιλεύω),
αὐτή τήν «ἐνεργοποίηση» τοῦ οὐσιαστικοῦ «φιλία» χάρη στήν ἀνθρώπινη βούληση,
θά μπορούσαμε νά ποῦμε, σέ μαθηματική γλώσσα, χριστιανισμός=ρηματοποιημένος ἑλληνισμός...
Περνώντας ἀπό τή «φιλία» στό «φιλεύω» εἶναι σάν ν’ἀναφύεται ἀπό τά τρίσβαθα τῆς γλώσσας μιά καινούργια ἐκδοχή τοῦ ἀνθρώπου.
Ὄχι πιά αὐτός πού ἀπολαμβάνει τή φιλία σάν δῶρο ἄνωθεν, ἀλλά αὐτός πού τήν προσφέρει,
πού τήν κοινωνεῖ, δίνοντας κάτι ἀπό τό ἔχει του χωρίς νά περιμένει ἀντάλαγμα....
Καί δίκωλον ἐπιπρόσθετα τό «φιλεύω», γιατί ἡ «κοσμική»φιλία τῶν Ἑλλήνων, πού ἔχει πεθάνει ὡς παγκόσμια ἀρχή,
παραμένει ἀτόφια μέσα στή νέα λέξη, δηλώνοντας ἔτσι ὅτι κάποτε μπορεῖ νά ἀναστηθεῖ,...
ὅταν τά πολυάριθμα «φιλεύειν» ἀλληλοδιασταυρούμενα καί ἀλληλοπολλαπλασιαζόμενα,
θά ἀναδομήσουν τόν χαοτικό κόσμο μας ὡς φιλία.».

 

Add comment
  • No comments found

SFbBox by psdtohtmlcenter.com