Ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει ἕνα νόημα. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ γλώσσα δομήθηκε μέ βάση τό νόημα.
Δέν ὑπάρχει λέξη ἤ ἐκφραστικός τρόπος κενός νοήματος. Οὔτε ὑπάρχει λέξη μέ αὐτονομημένη δυναμική.
Διότι κάθε λέξη δηλώνει σχέση.

Κάθε λέξη προήλθε ἀπό τή σχέση μας μέ τήν πραγματικότητα,
μεταφέρει τό ὕψος καί τό βάθος τῆς ἀντιληπτικῆς μας ἱκανότητας, σημαίνει τά πράγματα ἐνῶ ταυτόχρονα
ἔχει μιά ἀποφατική δυναμική ἐπειδή δέν περιχαρακώνει στό νόημα τήν ὀντολογική διάσταση τοῦ ὀνομαζομένου.
Προκειμένου νά προσεγγίσει τήν εὐρύτητα αὐτῆς τῆς προοπτικῆς, προκειμένου νά ὀνομάσει ἐν ἀληθεία τά πράγματα
καί ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα, εἶναι ἀναγκασμένη νά ὑπάρχει σέ σχέση μέ ὅλες τίς ὑπόλοιπες λέξεις,
δηλαδή μέ ὅλες τίς ἐννοιολογικές προεκτάσεις πού προσκομίζει ἡ βιωματική καί ἁγιοπνευματική ἀσκητική τοῦ βίου μας.
«Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας»(Σεφέρης). Ὁ λόγος ἐνηλικιώνεται ὅπως καί ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ γλώσσα ὅμως ἔχει τήν ἡλικία τῆς ἀνθρωπότητας. Μέσα στό χρόνο σμιλεύτηκε ἡ ἔκταση καί ἡ ἔνταση τῆς δυναμικῆς της.
Δέν εἶναι ποτέ μιά γλώσσα «μένουσα» ἀλλά πάντα μιά γλώσσα «μέλλουσα»,
ἀφοῦ οἱ καιροί ἀπαιτοῦν νά ὀρθοτομεῖται τό εὔρος τῆς ἀλήθειας πού μποροῦν νά συλλάβουν.
Ἡ γλώσσα ἀντικατοπτρίζει τόν λόγο τῆς ὕπαρξης. Ὅσο βαθαίνει ἡ ὕπαρξη βαθαίνει καί ἡ γλώσσα.
Καί βαθαίνοντας ὁ λόγος βαθμιαῖα ἐκτείνεται ἀπό τούς λόγους τῶν ὅντων στόν Θεό Λόγο δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο.
Ἔτσι οἱ λέξεις ἀποκτοῦν σιγά σιγά μιά ἀναγωγική σχεσιοδυναμική λειτουργία, σηματοδοτοῦν μιά μεθεκτική κοινωνία
καί ἐνῶ ξεκίνησαν νά ἐκφράζουν μόνο ὁρατές πραγματικότητες, μπορούν νά σηκώσουν καί πνευματικές ποιότητες.
Πλουταίνει τό νόημα.

Ὅμως ἐπειδή στά χρόνια μας ἐπτωχεύσαμε ἀπό τήν τριβή μέ τά τῆς χρείας καί τά τῆς ἔπαρσης
καί χάνοντας τήν ἀλήθεια μας χάσαμε καί τό νόημα, ξαναπαίρνουμε πάλι τό μονοπάτι πρός τήν πηγή
γιά νά ξαναγευτοῦμε καθαρή καί κρυστάλλινη τήν κάθε λέξη, ὥστε νά ἀνασυλάβουμε πάλι τό πρῶτο νόημα
καί νά ξεδιψάσουμε ἀπό τή γάργαρη ροή ὄχι ἁπλῶς τοῦ νοήματος
ἀλλά τοῦ σπέρματος τῆς ζωῆς, τοῦ μυστηρίου πού ἀέναα μᾶς κυοφορεῖ καί μᾶς καλεῖ πρός μετοχή καί κοινωνία.
«Γιά ἄλλους οἱ λέξεις δέν κοστίζουν τίποτε, γιά ἄλλους εἶναι ζωή» ( Ἐλύτης).
Οἱ λέξεις δέν εἶναι εὔκολες. Οἱ λέξεις εἶναι οἱ ἐρωμένες τοῦ ἀπείρου, οἱ ἀναπνοές τοῦ ἀνείπωτου.
Κοντά στό «τά πάντα ρεῖ» ὑπάρχει καί τό πανταχοῦ ζέει θεία πνοή.
Διαχρονικά πορευόμενοι συλλαμβάνουμε τά ὠκεάνια μπουγάζια τῆς καθολικότητας,
τά ἀενάως ρέοντα καί ζέοντα καί εὐτυχοῦμε μόνο ὅταν τά ὀνομάζουμε.
Σά φύλακας ἄγγελος ἡ γλώσσα διακονεῖ τό βίο μας, τόν ἀνασηκώνει ἀναστάσιμα,
ἐκεῖ πού οἱ ἀντιθέσεις γίνονται ἀφορμή γιά πληρέστερες συνθέσεις.
«Ὅταν ἀνάβεις τό κερί καί ξεκλειδώνεις τόν Κῆπο
τοῦ χρόνου τό χῶμα, ἔδαφος γίνεται Θεοῦ».
Οἱ λέξεις, τά παράξενα αὐτά λιγνά κεράκια πού ἀνάβει ἡ συνείδηση γιά νά ἐκκλησιαστεῖ στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ σύμπαντος.
Λέξεις ἀπό τό ἀντίδωρο τῆς κλήσης μας μές τήν ἱερή σιωπή τοῦ Παραδείσου.

Add comment
  • No comments found
Mοιραστείτε αυτό το άρθρο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com

Register Login