Ἡ τῶν ἑορτῶν θεία συγκατάβαση φέρνει στό νοῦ μου τήν ἀφήγηση μιᾶς ἀληθινῆς ἱστορίας, ἔτσι ὅπως ἡ μητέρα μου τήν παράδωσε. Μέσω μιᾶς τεταπεινωμένης βιοτῆς ἀναβλύζει μιά παραδείσια ἀθωότητα , μιά εὐλογία πού ἀγκαλιάζει ὁλους τούς  τόπους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, μία οἰκονομία  πίστης ἀλλά καί φιλεσπλαχνία  πού ἀναλαμβάνει τίς ἀτέλειες καί τά ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων μας σάν οἰκείωση τῆς θείας πρόνοιας γιά τόν κόσμο.  Σᾶς τήν παραδίδω μακροθυμώντας πώς «θά μέ βοηθήσει κι ὁ Θεός» νά σπουδάσουμε τή σύναψη  τοῦ τρόπου τους.

 Ο ΦΤΩΧΟΣ Ο ΓΙΑΚΚΑΣ

(ἀληθινή ἱστορία πού διαδραματίζεται γύρω στό 1950, ἀπό ἀφήγηση τῆς μητέρας μου Μαρίας Ἀθηνιώτου)

Πάενε κι ἐρχόντανε ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας κι ἤτανε βαρετός καί τό φαΐ πού τοῦ δίνανε δέν ἤτανε ἀρκετό καί τόν περιπαίζανε οἱ χωριανοί καί τόν γελάγανε. Ὡς καί ὁ Μάρκος, ὁ τρελός τοῦ χωριοῦ, πού ἔτυχε μιά μέρα πού περιπαίζανε τόν Γιάκκα καί τόν εἴχανε ἕτοιμο νά τόν ἐχωρέψουνε, τσατίζεται καί λέγει: «Ἐγώ εἶμαι λουλός, ἐτοῦτος εἶναι λουλοπάλαβος».

Ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας ἤτανε ἕνας ἀγαθός γέροντας κυρτωμένος ἀπό τό βάρος τῶν χρόνων, κακοπερασμένος ἀλλά πρόσχαρος. Δημήτρη τόν λέγανε.

 Ἡ μάνα μου τόν εἶχε καθημερινό ἐπισκέπτη, γιατί ἤτανε ἄνθρωπος τῆς  ἐλεημοσύνης καί ὁ καημένος ἤξερε ὅτι θά βρεῖ νά φάει στό σπίτι τό δικό μας κι ἐρχόντανε. Τόν κάθισε ἀκόμη καί στό τραπέζι πού τρώγαμε. Ἦρθε μιά μέρα πικραμένος καί κλαμένος, πολύ xολιασμένος.

-Φίλισσα εἶμαι πολύ στεναχωρημένος.

Ἡ μάνα μου: -Ἔλα βρέ Δημήτρη, γιατί εἶσαι στεναχωρημένος, ποιός σέ μάλωσε. Ἀφοῦ σοῦ εἶπα ὅτι ἄμα δέν ἔχεις φαγητό ἐδῶ θά βρίσκεις.

-Ὅπου πάω μέ μαλώνουνε, τί νά κάνω ἐγώ γι’ αὐτό;

Σκέφτεται ἡ μάνα μου, σκέφτεται, ὥσπου τή φώτισε ὁ Θεός καί τοῦ λέει:

-Ξέρεις τί σκέφτηκα βρέ Δημήτρη;

-Καί τί σκέφτηκες φίλισσα;

-Ξέρεις γράμματα; Τοῦ κάνει.

-Ξέρω γράμματα καί μπορῶ νά τά μάθω κιόλας.

-Θά πᾶς νά πάρεις μιά Σύναψη.

-Καί τί εἶναι αὐτό φίλισσα;

-Αὐτή, τοῦ λέει, ἔχει μέσα ὅλων τῶν ἁγίων τά τροπάρια.

Γέλασε ὁ Δημήτρης καί ἔκανε τό σταυρό του.

-Καί τί θά τό κάνω ἐγώ αὐτό;

-Σέ κάθε σπίτι πού θά πηγαίνεις θά ἀνοίγεις τήν πόρτα καί δέν θά λές καλημέρα. Θά λές τό τροπάριο τοῦ ἁγίου. Ἀλλά θά πάρεις καί ἕναν Καζαμία νά βλέπεις ποιός ἅγιος γιορτάζει κάθε μέρα. Καί θά σοῦ δίνουν ψωμί χωρίς νά σέ πικραίνουν.

-Καί ποῦ θά τή βρῶ, φίλισσα, τή Σύναψη;

-Θά στή δώσω ἐγώ, τοῦ λέει ἡ μάνα μου. Θά τά μάθεις ὅλα αὐτά Δημήτρη;

-Τώρα φίλισσα ἐγώ θά πάω νά τά μάθω. Θά μέ βοηθήσει καί ὁ Θεός. 

Πέρασαν μέρες. Ὀ Γιάκκας εἶχε καιρό νά φανεῖ. Ἡ γιαγιά ἡ Κατερίνα ἀνησύχησε. Μιά μέρα χτυπᾶ ἡ πόρτα. Πάει ἀνοίγει ἡ γιαγιά σου τήν πόρτα κι ἦταν ὁ Γιάκκας καταχαρούμενος μέ τή Σύναψη στό χέρι.

-Φίλισσα τί θά σοῦ κάμω ἐγώ γιά τό καλό πού μοῦ ᾿καμες; Φίλισσα, αὐτή ἡ Σύναψη μοῦ ’δωσε μεγάλη χαρά. Ὅλος ὁ κόσμος μέ δέχεται, ἀκούει τά τροπάρια μου καί ἔχω ψωμί καί τρώω, ἔχω ἀπ’ οὗλα καί μ’ ἀγαποῦν  καί τά κορίτσια, πρόσθεσε μέ τόνο φωνῆς ἀκόμη πιό χαρούμενο.

Καί τοῦ λέει ἡ γιαγιά καταχαρούμενη:

-Μπράβο, ἀλλά νά προσέχεις. Μήν κάνεις ζημιά σέ κανά κορίτσι καί βρῶ τό μπελά μου.

-Καί, φίλισσα, ἔκαμα μιά ἁμαρτία.

-Ἀκόμα δέν ξεκίνησες ἁμαρτία ἔκαμες;

-Καί τί νά’καμα; Πῆγε τό κορίτσι καί κάθισε πάνω στήν καρέκλα μου. Καί ἔμεινε δεκαοχτώ μηνῶν γκαστρωμένη. Τί νά κάμω τώρα;

-Τώρα θά μέ τιμωρήσει καί μένα ὁ Θεός γιά τήν ἁμαρτία πού ἔκαμες. Νά πᾶς  νά κάμεις νηστεία καί προσευχή καί ὁ Θεός θά στό συγχωρέσει. Ἀλλά ἐμένα πῶς θά μέ συγχωρέσει;

-Φίλισσα, σκέφτηκα τί θά κάμω.

-Τί θά κάμεις βρέ Δημήτρη, τοῦ λέει ἡ γιαγιά.

Βγάζει ἀπό τήν τσέπη του ἕνα κουβάρι καί τῆς τό δείχνει. Τά χάνει ἠ μάνα μου.

-Τί θά τό κάμεις βρέ αὐτό; τοῦ λέει.

-Φίλισσα ἄμα πεθάνω θά τό πάρω μαζί μου. Καί ἄμα σέ δῶ πουθενά νά’σαι τιμωρημένη γιά αὐτό πού κάναμε θά στό πετάξω. Θά σέ πάρω στόν Παράδεισο φίλισσα.

-Ψάλε μου βρέ Δημητρό ἕνα τροπάριο, τοῦ λέγει ἡ μάνα μου καί ἔψαλε ὁ Δημητρός:

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»

Add comment
  • No comments found
Mοιραστείτε αυτό το άρθρο

SFbBox by psdtohtmlcenter.com