Δῶρα ἀγάπης ἤ δῶρα πρός ἐξαγορά συνειδήσεων;

Ἡ ἀληθινή δωρεά δέν εἶναι σχῆμα ἐξωτερικό.

Εἶναι ἡ συνέχεια μιᾶς ἐσωτερικότητας πού σμιλεύει πύρινα τήν ὕπαρξη πρός τό καθαγιαστικό πνεῦμα τῆς προσφορᾶς καί τῆς διακονίας.

Κατά τήν ἀληθινή δωρεά μεταβιβάζεται στόν ἀποδέκτη ὄχι τόσο τό ἐξωτερικό  σχῆμα ὅσο ἡ ζέση τῆς ἀγάπης πού καθιστᾶ τό δῶρο ὑπέροχο ἀκόμη κι ὅταν ὑπό ὅρους ὑλικούς θεωρεῖται ἀσήμαντο.

Τό δῶρο, κι ἄς εἶναι ἕνα κουρελάκι, γίνεται τότε μιά προέκταση τῆς καρδιακῆς φλόγας ἱκανή νά ἀποθανατίσει στή μνήμη τήν ἱερότητα τῆς στιγμῆς.

 

Ἀλλά τό μόνο πού πραγματικά μποροῦμε νά δωρήσουμε εἶναι αὐτό πού ἔχουμε ἤδη μέσα μας.

Τό ἐξωτερικό σχῆμα τοῦ δώρου θά καθοριστεῖ ἀπό αὐτό πού ζέει στήν καρδιά μας.

Ὅσο περισσότερο φῶς ἔχουμε μέσα μας τόσο περισσότερο μποροῦμε νά μεταγγίσουμε.

Καί τό δῶρο πλουταίνει ὄχι βέβαια ὑπό ὅρους ὑλικούς ἀλλά ὑπό ὅρους ἀλήθειας.

Καθώς βαθαίνει ἡ συνειδητότητα σιγά σιγά ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι τό πιό γνήσιο δῶρο

εἶναι ὄχι τόσο  τό νά δώσουμε ἀλλά τό νά δωθοῦμε: Ἡ ὁδός τοῦ σταυροῦ στή διακονία τοῦ κόσμου.

Κρατοῦμε ὅμως ἐρμητικά κλειστούς τούς πνευματικούς ὀφθαλμούς,

κρατοῦμε τήν καρδιά δέσμια σέ μιά ὅραση ἐπίπεδη καί βέβηλη.

Ὅταν ἤμουν μικρή μοῦ  ἔδειξαν νά μαδῶ τό ξανθό κεφάλι τῆς μαργαρίτας γιά νά μάθω ἄν  μέ ἀγαποῦν.

Καί μάδησα ἀρκετά κεφάλια μέχρι νά μετανοήσω.

Ἡ θεϊκή δωρεά τοῦ κάλλους ἔβρισκε ἐρμητικά κλειστά τά μάτια τῆς ψυχῆς.

Ἔπρεπε νά ὡριμάσει ἡ ἀσκητική μου, γιά νά δῶ πώς αὐτός πού δέν ἀγαποῦσε ἤμουν ΕΓΩ.

Ἐγώ  πού ἄφηνα ἀσυνείδητα πίσω μου μαδημένο φῶς.

Ἔτσι γίνεται καί μέ τήν ἀγάπη.

Βρισκόμαστε μέσα στήν πληρότητα τῆς δωρεᾶς της κι ὅμως ἀνώριμοι γιά αὐτό τή μαδοῦμε γυρεύοντάς την.

Δέν ἀπουσιάζει ἡ πανταχοῦ παροῦσα δομική ἀλήθεια τοῦ κόσμου.

Ὅμως δέν ἔχουμε καθαρό αἰσθητήριο γιά νά τήν ἀντιληφθοῦμε.

Βρισκόμαστε μέσα σέ ἕναν ὠκεανό χάριτος καί ὅμως παραμένουμε τραγικοί.

 

Φταῖνε καί τά σχήματα πού θέσαμε γύρω μας.

Προερχόμενα ἀπό μιά τυφλότητα ἐσωτερική ἐκπέμπουν αὐτή τήν τυφλότητα πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις.

Σχήματα πού ἐπειδή δέν εἶναι πλέον ἱκανά νά εἰκονίσουν τήν ἀλήθεια,

εὐνουχίζουν τήν ὅραση, στειρώνουν τό πνεῦμα, νεκρώνουν τά αἰσθητήρια, πορώνουν τή συνείδηση.

Καί εἶναι δυστυχῶς πληθωρική ἡ σπορά αὐτῶν τῶν βέβηλων σχημάτων ἀπό τά πολύβοα μέσα τῆς μαζικῆς πληροφόρησης.

Ἀντικαταστοῦν τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ κόσμου μέ προσωπεῖο,

ἐθίζουν τό μάτι γιά νά ἐθίσουν στήν διαβολή τους καί τήν ψυχή.

Ἔτσι ὕπουλα ὕπουλα ἀλλοιώνουν τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. 

Ἀλίμονο ἄν δέν ὑπῆρχε διαθέσιμο φῶς νά νηφτοῦμε.

Ἀπό τό ἕνα μέρος ἡ δωρεά τοῦ φυσικοῦ κάλλους.

Τό εὐτυχές ἀντίδοτο λίγης σιωπῆς καί λίγου γαλάζιου σάν ἀνταύγεια καθαροῦ ψυχικοῦ ὀξυγόνου.

Ἀπό τήν ἄλλη τό στερέωμα τῆς ἱστορικῆς μνήμης.

Τό αἷμα καί τό πνεῦμα πού ἔχει ποτίσει τίς ρίζες μας γιά νά βαθαίνουν ὄχι στή λήθη, μά στήν ἀλήθεια.

Καί τό πιό δυνατό ἡ θεία χάρη.

Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού ἐπιθυμεῖ νά μᾶς οἰκεῖ καί νά μᾶς ἀποκαλύπτει ὄχι μόνο τί λησμονήσαμε ἀλλά καί τί ἀκόμη δέν φτάσαμε.

Ξεκίνησα προσπαθώντας νά γράψω γιά κάτι, τό ὁποῖο ἄν τώρα στό φανερώσω θά πεῖς ὅτι εἶμαι ἐκτός θέματος.

Τό μόνο σίγουρο εἶναι ὅτι προσπάθησα να βρίσκομαι ἐντός ἀλήθειας.

 

Ἐπιθυμοῦσα νά θέσω σέ ἀντιδιαστολή δύο κόσμους.

Τόν παχυλό τοῦ ἐμπορικοῦ  Santa-Claus καί τόν ἀσκητικό τοῦ Μέγα Βασιλείου.

Ἐπιθυμοῦσα νά θέσω σέ ἀντιδιαστολή τήν ἀληθινή δωρεά μέ τήν ἐξαγορά τῶν συνειδήσεων.

Ἤθελα νά φέξω τά χαρτιά μου μέ τήν καινότητα-ἁγιότητα τοῦ ὀρθόδοξου ἱεράρχη

ὁ ὁποῖος « τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη» κατεκόσμησε μέ λόγο θεολογικό  καί ἔργα ἀγάπης.

Ἱδρύοντας ἕνα πρότυπο καί γιά τίς μέρες μας κοινωνικό καί φιλανθρωπικό σύστημα, τή «Βασιλειάδα»,

 βοήθησε ἀδικημένους, κουρασμένους,  πεινασμένους καί ἀρρώστους, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γένος, τή φυλή καί τό θρήσκευμα.

Κι ὅμως ἄν ρωτήσετε τά ἑλληνόπουλα τί χρώμα ἔχουν τά ροῦχα τοῦ ἁγίου Βασιλείου, κόκκινα θά ἀπαντήσουν.

Τί χρώμα ἔχει ἡ γενειάδα του, ἄσπρη θά σᾶς ποῦν. Γιατί ἔχει κάνει κατοχή στό νοῦ τους ἀλλότρια εἰκόνα.

Καλά πού ὑπάρχουν καί τά κάλαντα πού ἐπιμένουν νά μαρτυροῦν πώς «ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπό τήν Καισαρεία».

Μᾶς ὁδηγοῦν  ἔτσι στήν  ἀληθινή μορφή τοῦ ἁγίου μας. 

 

Πόσο ψυχοκτόνο εἶναι νά συντασσόμεθα μέ τό ἀλλότριο ἀντί μέ τό ἀληθινό ;

«Ὁ κάλλει, λέγων ἀλλοτρίῳ ἐπιβάλλων τούς ὀφθαλμούς, οὐκ ἔτι κόρην ἀλλά πόρνην ἔχει τήν τοῦ ὀφθαλμοῦ κόρην» μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

 

Τί ὑπάρχει στό κεφάλι τοῦ ἁγίου;

Φωτοστέφανό πού μαρτυρᾶ τή θεία πλημμύρα τῆς ἀληθινῆς ὅρασης,

τήν πνευματική δωρεά πού καταυγάζει τήν ὕπαρξη καί τήν καθιστᾶ ἱκανή νά διακονεῖ δωρεά ἀληθείας.

Ἐπιθυμοῦσα νά σοῦ δείξω σέ ἀντιδιαστολή τό σκοτάδι τοῦ κόκκινου σκούφου,

τήν παχυλότητα μιᾶς τυφλότητας πού μπαίνει ἀπό τίς καμινάδες ὅπως οἱ καλλικάντζαροι,

μόνο καί μόνο γιατί ἀφήσαμε νά σβηστεῖ ἡ ἱερή φλόγα τῆς καρδιακῆς ἑστίας,

μόνο καί μόνο γιατί λησμονήσαμε νά κρεμάσουμε τήν «κρησάρα» τό ἱερό κόσκινο μέ τίς ψηφίδες τῆς μνήμης.

 

Κλείνω ἀφήνοντάς σου δίπλα στό «φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντες» κάτι φωτεινότερο:

 

                Φόβος Θεοῦ μετοχή σέ δωρεά ἀληθείας.

Add comment
  • No comments found

SFbBox by psdtohtmlcenter.com