Στοῦ ἀνοιχτοῦ πελάγου τό κυματοτρόφο πείσμα ὁ Ὅρμος Μαραθοκάμπου ὡς κόρφος εἰρήνης ἦταν λιμένας.
Αὐτό τό λιμάνι τοῦ πατρογονικοῦ Γιαλοῦ τά κατοχικά στρατεύματα τῶν Γερμανῶν, ἔσπευσαν νά τό ἀνατινάξουν,
δυναμιτίζοντας κάθε ὅρμο εἰρήνης καί ἐπικοινωνίας μέ τή φοβερή φουρτούνα τῆς θανατηφόρας ὑπεροψίας τους.

Τριῶν χρονῶν τότε ἡ μητέρα μου, ξεχάστηκε στό μπαλκόνι τῆς δασκάλας -δέκα μέτρα ἀναπνοή ἀπό τόν λιμένα – μαγεμένη νά παρακολουθεῖ
τούς παράξενους στρατιῶτες πού κινιόντουσαν σέρνοντας κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, ἄσπρα, μαῦρα καλώδια
τυλίγοντάς τα πάνω σέ κάτι μακρύ καφέ, πού στά ἀθώα ματάκια της ἔμοιαζε μέ σκοτεινό καλαμπόκι.
Κι ἔφτιαχναν πολλά ἀπό δαῦτα καί τά ἕνωναν καί ἡ κίνησή τους αὐτή ἐπαναλήφθηκε φορές πολλές μέχρι νά φτάσουν στό τέρμα τοῦ λιμανιοῦ.

Δέν εἶχαν δεῖ παιχνίδια τά ματάκια της, δέν εἶχε παιχνίδια μέσα στήν κατοχή, καί σάν παιχνίδι τῆς φάνταζε τό παράξενο θέαμα.
Τέλος, κάποιος πού ξεχώριζε κρατώντας ἕνα μεγάλο κόκκινο πράγμα, ἔβγαλε μιά κλωστή ἀπ’αὐτό καί μ’ ἕναν κόκκινο μεγάλο ἀναπτήρα τήν ἄναψε.
Μετά ἔγινε ἡ ἔκρηξη.

Σάν φυτρωμένο λουλούδι στά μπάζα, τήν βρήκανε νά στέκει μαυρισμένη ἀπό τό κακό ἀλλά σῶα καί ζητοκραυγάζανε σάν νά’ ταν νίκη.
«Τοῦ Κατερνάκι οἱ προσευχές ἔσωσαν τό παιδί» ἔλεγαν οἱ συγχωριανοί, καθώς ὁ νεκροθάφτης τήν εἶχε βάλει στούς ὥμους του καί τήν ἐγύριζε,
κι ἦταν μπροστά σέ κεῖνο τό χάος ἡ μόνη χαρά τοῦ χωριοῦ,
ἵσως κι ἕνα ἀνοιγόκλειμα τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ Θεοῦ, ὑπόσχεση πώς τούς προσέχει καί πώς ὁ λιμένας θά ξαναφτιαχτεῖ.

Ἔζησε ἠ μανούλα μου –τριῶν ἐτῶν τότε παιδούλα- καί σιγά σιγά τήν ἀξίωσε ὁ Θεός νά δεῖ πώς ἄνθισε τοῦ λιμανιοῦ ἡ ἔκρηξη
κι ἔγινε ἕνα τριαντάφυλλο μέσα στήν γαλανή ἐποπτεία τοῦ ἐποπτεία τοῦ Ἅι-Νικόλα,
ὅπου ἡ εὐχή τῶν προγόνων της λειτουργεῖ ἀκόμη τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.



ΥΓ. Μές στό βαθύ σκοτάδι τῆς προηγούμενης νύχτας, ἕνα ολόλευκο τριαντάφυλλο πού προσκυνοῦσε εἶχε

εὐθυγραμμιστεῖ -σημάδι;- μέ τό φεγγάρι.

Add comment
  • No comments found

SFbBox by psdtohtmlcenter.com