«Μέσα στή βάρβαρη ἀνθρωπότητα τό Βυζάντιο ἤτανε ἡ κιβωτός ἡ σφραγισμένη πού φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικό θησαυρό,
ἀποχτημένον μέ τόν πόνο καί μέ τήν πίστη.
Στίς ψυχές τοῦ Βυζαντίου ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἔφερνε τήν ἀληθινή πίστη καί ἡ μέλλουσα ζωή ἤτανε καθαρή μπροστά τους.
Ὁ ἄνθρωπος καί οἱ ἐλπίδες του τραβούσανε μέ βεβαιότητα πρός τήν αἰωνιότητα.
Λοιπόν τό Βυζάντιο εἶναι ἕνα μεγάλο πρᾶγμα.
Εἶναι ὁ καιρός καί ὁ τόπος πού ζούσανε οἱ ἄνθρωποι μέ τόν πόθο τοῦ ὑπερφυσικοῦ, τῆς αἰωνιότητας.


Ἡ ἀρχαιότητα εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ λογικοῦ, ἐνῶ τό Βυζάντιο εἶναι ἡ βασιλεία τῆς πίστεως, τῆς πνευματικῆς μέθης καί τῆς ἀθανασίας.
Ἡ ἀρχαῖα Ἑλλάδα μπορεῖ νά ’τανε δοξασμένη κι ἀντρειωμένη, ἀλλά ἡ καινούργια,
ἡ χριστιανική εἶναι πιό βαθειά, ἐπειδής ὁ πόνος εἶναι ἕνα πράγμα πιό βαθύ κι ἀπό τή δόξα κι ἀπό τή χαρά κι ἀπό κάθε τί.
Ἡ Ρωμιοσύνη εἶναι ἡ πονεμένη Ἑλλάδα.
Οἱ λαοί πού ζοῦνε μέ πόνο καί μέ πίστη τυπώνουνε πιό βαθιά τόν χαρακτήρα τους στόν σκληρό βράχο τῆς ζωῆς,
καί σφραγίζονται μέ μιά σφραγίδα πού δέν σβήνει ἀπό τίς συμφορές καί τίς ἀβάσταχτες καταδρομές ἀλλά γίνεται πιό ἄσβηστη.
Μέ μιά τέτοια σφραγίδα εἶναι σφραγισμένη ἡ Ρωμιοσύνη.
Τά ἔθνη πού ξαγοράζουνε κάθε ὥρα τῆς ζωῆς τους μέ αἷμα καί μ’ ἀγωνία,
πλουτίζονται μέ πνευματικές χαρές πού δέν τίς γνωρίζουνε οἱ καλοπερασμένοι λαοί.
Αὐτοί ἀπομένουνε φτωχοί ἀπό πνευματικούς θησαυρούς κι ἀπό ἀνθρωπιά, γιατί ἡ καλοπέραση κάνει χοντροειδῆ τόν μέσα ἄνθρωπο.
Ἐνῶ ὁ πόνος κατεργάζεται τούς λαούς καί τούς καθαρίζει, ὅπως καθαρίζεται τό χρυσάφι μέ φωτιά μέσα στό χωνευτήρι.
Γιά τοῦτο ἡ δυστυχισμένη Ρωμιοσύνη στολίστηκε μέ κάποια ἀμάραντα ἄνθη, πού δέν τ’ ἀξιωθήκανε οἱ μεγάλοι κ’ οἱ τρανοί λαοί τῆς γῆς.
Πίστη καί πατρίδα εἶναι γιά μᾶς ἕνα πρᾶγμα.
Πρέπει νά καταλάβουμε πώς ὁ Ἑλληνισμός δέν χάνεται μονάχα σά χάσει τήν πολιτική του ἐλευθερία, ἀλλά σά χάσει τήν πνευματική ἐλευθερία του.
Στά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, ὅσοι ἀλλαξοπιστούσανε, τό ἔθνος τούς λογάριαζε γιά χαμένους.
Μά τώρα τί εἶναι ἄλλο ἀπό ἀλλαξόπιστοι ὅσοι καταφρονᾶνε τά δικά τους καί θέλουνε νά τά θάψουνε,
καί νά πάρουν αἰσθήματα καί φερσίματα ξένα ὁλότελα στόν χαρακτῆρα τους;
Ὅσο εἶχε πίστη ὁ Ἕλληνας, οἱ διάφορες προπαγάνδες δέν κάνανε τίποτα.
Τώρα μοναχά, πού μπῆκε ἡ ἀπιστία σέ πολλές ἑλληνικές ψυχές,
κι ὁ ὑλισμός κ’ ἡ καλοπέραση καταστρέψανε τήν πνευματική εὐαισθησία τους, τώρα οἱ διάφορες προπαγάνδες ἁπλώσανε στό ἔθνος.
Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοί στήν παράδοση, ὅσοι δέν ἀρνηθήκαμε τό γάλα πού βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στήν ψευτιά.
Καταπάνω σέ αὐτούς πού θέλουνε τήν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρίς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρίς μυρουδιά.
Κουράγιο! Ὁ καιρός θά δείξει ποιός ἔχει δίκιο, ἄν καί δέ χρειάζεται ὁλότελα αὐτή ἡ ἀπόδειξη.»
                                                                                   «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» τοῦ Φώτη Κόντογλου

 

«Οἱ θεοί καθαρίζοντας τή γῆ σου, λησμονήσαν... νά σύρουνε ἔξω στό «πύρ τό ἐξώτερον» τόν Ἰούδα τό δόλιο,
πού εἶχε τήν κρύπτη του πλάϊ στίς Κερκόπορτες.
Κ’ ἦρθαν ἄλλοι καιροί ὅπου πάνω σου σάλος πολύς ἐμαχόνταν ν’ ἀποκόψει ἀπ’τό αἰώνιο χῶμα τή ρίζα σου.

Πῶς πεθαίνει ἕνα ἔθνος;
Πῶς πεθαίνει ἕνα ἕθνος, ὅταν ὅλες οἱ θύελλες καταιγίζονται ἀπάνω του, δίχως νά βρίσκουν τό σῶμα του;
Πῶς πεθαίνει ὅταν ὅλα εἶναι τό ἔθνος;

Οὔκ ἑάλω ἡ Βασιλεύουσα ψυχή τῶν Ἑλλήνων!

Ἄν χτυποῦσεν ἡ σάλπιγγα, σαλευόνταν ἡ γῆς καί σηκώνονταν ὄρθιοι, δέν θά βρίσκανε τόπο νά σταθοῦνε οἱ μάρτυρες.
Κι ἄν μποροῦσαν ν’ ἀναπλαστοῦν ἀπ’ τή φθορά τους τά ἔργα τοῦ ἀμολόγητου σκότους,
τά μαστίγια, τά βέλη, τά καρφιά, τά παλούκια, οἱ κρεμάλες, οἱ φάλαγγες, οἱ θηλιές πού τούς ἔσερναν στούς Βοσπόρους καί στά ποτάμια,
καί μετά συγκεντρώνονταν σ’ ἕναν κάμπο ἀσύνορο, θά σχημάτιζαν ὄρος μέγα• καί ἀπότομο.
Καί ἀπ’ ὅποιο σημεῖο κι ἄν θεόταν τόν ὄγκο τους, θ’ ἀποροῦσε κανείς: πῶς ἀπόμεινε μήτρα,
πῶς ἀπόμεινε μάτι, πῶς ἀπόμεινε πόδι, πῶς ἀπόμεινε χέρι, νά σηκώσει τοῦ Ἕθνους σου τή σημαία ἀνάμεσα στίς ἄλλες σημαῖες τῶν Ἑνωμένων Ἐθνῶν.

Ποιός ἀντέχει τό βάρος, νά σηκώσει τόν πάσχοντα Θεό, μαζί μ’ ὅλο τόν πόνο του, ἀπάνω του;

Στήνω τό αὐτί μου στίς κινήσεις τῶν σπλάχνων σου καί ἀκούω τό ἔμβρυο πού Ρωμαῖοι στρατιῶτες τό λογχίζουν στήν κύησή του.
Κ’ εἶναι αὐτό πού θά γιόμιζε τήν ἀνθρώπινη ἀδειοσύνη, ὄπου ἐκτρέφεται μέσα της τό θηρίο Ἀρμαγεδών.

Ἀθλοφόρος τῶν ὅλων, νικοῦσες στή μάχη, πού ἦταν καί μάχη τους.
Μά ἀντί ἄλλης δάφνης, ἐλάβαινες τούς προστάτες πού δέν νοιάζονταν ἄλλο, ἐξόν...
νά σφραγίσουν τό στόμα σου, νά μήν βγεῖ τό φῶς, τί δέν ἦταν πρός κέρδος τους.
Καί δέ σταματούσανε νά σέ ἰδοῦν, ὅπου ἤσουν ὁ Ἁι-Γιώργης τῆς ἀνθρωπότητας•
νά προσπέσουν στό φῶς πού κατέβαινε ἀπό πάνω ἤ αὐτό πού ἀναδίνονταν ἀπό μέσα σου.
Τούς χρειαζόντανε τό αἷμα σου, πού ἤτανε νόμισμα, νά ξοφλήσουν δικούς τους λογαριασμούς.

Καί δέν ἤσουνα μόνο ἐσύ πού τό τίμημα ἐπλήρωνες ἀκριβά• ἀλλά τό μέλλον τοῦ κόσμου.»
                                                    «Λειτουργία κάτω ἀπό τήν Ἀκρόπολη» τοῦ Νικηφόρου Βρετάκου

 

 ΥΓ. Ἡ ὐπογράμμιση μέ ἔντονους χαρακτήρες ἔγιναν γιά τήν ἀνάγκη τοῦ ἄρθρου

Add comment
  • No comments found
Powered by Komento